Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

1984 - Tζορτζ Όργουελ

1984 - Tζορτζ Όργουελ

[...]

<<'Ακου. Όσο πιο πολλούς είχες, τόσο πιο πολύ σ' αγαπώ. Καταλαβαίνεις;>>
<<Ναι, πολύ καλά>>.
<<Μισώ την αγνότητα, μισώ την καλοσύνη. Δε θέλω να υπάρχει πουθενά καμία αρετή. Θέλω να είναι όλοι διεφθαρμένοι ως το κόκαλο>>.
<<Τότε είμαι ό,τι πρέπει, αγάπη μου. Είμαι διεφθαρμένη ως το κόκαλο>>.
<<Σ' αρέσει να το κάνεις; Δεν εννοώ με μένα, εννοώ την ίδια την πράξη.>>
<<Τρελαίνομαι>>.

Αυτό ήταν πάνω απ' όλα ό,τι ήθελε ν'ακούσει. Όχι απλώς και μόνο την αγάπη μ' ένα πρόσωπο, αλλά το ζωώδες ένστικτο, τον απλό αδιαφοροποίητο πόθο: αυτή ήταν η δύναμη που θα εξόντωνε το Κόμμα. Την έσφιξε πάνω στο χορτάρι ανάμεσα στους πεσμένους υάκινθους. Αυτή τη φορά δεν είχε καμιά δυσκολία. Όταν η ανάσα τους ξαναβρήκε τον κανονικό της ρυθμό, χώρισαν μέσα σε μιαν ηδονική κούραση. Ο ήλιος είχε γίνει πιο ζεστός. Νύσταζαν και οι δύο. Με το χέρι του έφτασε τη φόρμα της που είχε πετάξει και την έριξε επάνω της. Σχεδόν αμέσως κοιμήθηκαν. Κοιμήθηκαν κάπου μισή ώρα.

Ο Γουίνστον ξύπνησε πρώτος. Κάθισε και κοίταξε το γεμάτο φακίδες πρόσωπο που κοιμόταν ακόμα ήρεμα ακουμπισμένο στην παλάμη της. Εκτός από το στόμα της, δεν μπορούσες να την πεις όμορφη. Όταν την κοίταζες από κοντά, ξεχώριζαν μια δυο ρυτίδες γύρω από τα μάτια. Τα κοντά μαλλιά της ήταν πολύ πυκνά και απαλά. Σκέφτηκε πως δεν ήξερε ακόμα ούτε το επίθετό της ούτε τη διεύθυνση της.

Το νεανικό σφριγηλό σώμα της, παραδομένο στον ύπνο, ξύπνησε μέσα του ένα αίσθημα οίκτου και προστασίας. Αλλά η αυθόρμητη τρυφερότητα που είχε νιώσει γι' αυτήν κάτω από τη φουντουκιά, την ώρα που τραγουδούσε η τσίχλα, δεν του ξαναήρθε ολότελα. Τράβηξε τα ρούχα της και κοίταξε τις λευκές απαλές λαγόνες της. Τον παλιό καιρό, σκέφτηκε, ένας άντρας κοίταζε το κορμί μιας γυναίκας, έβλεπε ότι ήταν ελκυστικό, και η ιστορία τελείωνε εκεί. Τώρα, όμως, δεν μπορούσες να νιώσεις καθαρό πόθο ή αγάπη. Κανένα αίσθημα δεν ήταν καθαρό, γιατί ήταν ανακατωμένο με το φόβο και το μίσος. Το αγκάλιασμά τους ήταν μάχη, η ηδονή που ένιωσαν νίκη. Ήταν ένα χτύπημα ενάντια στο Κόμμα. Ήταν μια πολιτική πράξη.

[...]

[...]

Σταμάτησε και συνέχισε με πιο ευγενικό ύφος:

<<Προοδεύεις. Διανοητικά, πολύ λίγο σου λείπει για να είσαι εντάξει. Συναισθηματικά μόνο δεν εχεις σημειώσει πρόοδο. Πες μου, Γουίνστον - και πρόσεχε όχι ψέματα! Ξέρεις πως μπορώ ν' ανακαλύπτω πάντα το ψέμα - πες μου, ποια είναι τα αληθινά σου αισθήματα για τον Μεγάλο Αδελφό;>>
<<Τον μισώ!>>
<<Τον μισείς. Ωραία. Τότε, έφτασε η ώρα να κάνεις το τελευταίο βήμα. Πρέπει ν' αγαπήσεις τον Μεγάλο Αδελφό. Δεν αρκεί να τον υπακούς. Πρέπει να τον αγαπάς>>.

'Αφησε τον Γουίνστον και τον έσπρωξε ελαφρά προς τους φύλακες.
<<Θάλαμος 101>> είπε.


Αποσπάσματα από το '1984' - Tζορτζ Όργουελ

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Για την επέτειο του θανάτου μου - Ουιλ. Στ. Μέργουιν

Για την επέτειο του θανάτου μου - Ουιλ. Στ. Μέργουιν

Χρόνο το χρόνο φτάνει η μέρα
Που οι τελευταίες φλόγες θα κυματίσουν προς τα μένα
Και η σιωπή θα ξεκινήσει
Ακούραστος ταξιδευτής
Σαν την ακτίνα άφωτου αστεριού.

Τότε δεν θ' ανταμώσω
Πια τον εαυτό μου στη ζωή σαν ένα περίεργο ρούχο
Ξαφνιασμένο με τη γη
Και την αγάπη μιας γυναίκας
Και των ανθρώπων την αθλιότητα
Όπως σήμερα που γράφω έπειτα από τρεις μέρες βροχής
Ακούγοντας το κουφαηδόνι και τη βροχή να σταματάει
Και υποκλίνομαι χωρίς να ξέρω σε τι.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Ερωτικός Μονόλογος - Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες

Ερωτικός Μονόλογος - Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες


Βγάζεις το ζωάκι που βρίσκεται μέσα μου. Του χαρίζεις απόλαυση. Ενώ εσύ μεταμορφώνεσαι μαγευτικά, άγρια στο ζωάκι που βρίσκεται μέσα σου.


από την 'Μελαγχολία των λιονταριών' του Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Η τεμπελιά ως πραγματική αλήθεια του ανθρώπου – Καζιμίρ Μάλεβιτς

Η τεμπελιά ως πραγματική αλήθεια του ανθρώπου – Καζιμίρ Μάλεβιτς

[…]

Kατασκευάσαμε μια μηχανή. Αμέσως ο καπιταλιστής τη χρησιμοποίησε στην υπηρεσία της ιδέας του που του εξασφάλιζε τη δυνατότητα να μειώνει το εργατικό δυναμικό, αλλά να αυξάνει το κεφάλαιο, στερώντας από τους εργάτες τον χαμηλότερο μισθό, τα χρήματα που λάμβαναν ως τίτλο τεμπελιάς. Πολλοι τέτοιοι τίτλοι παρέμειναν στον επιχειρηματία. Ο εργάτης υποχρεώθυηκε να περιοριστεί σε μέρες αργίας, κατά τις οποίες ξεκουραζόταν σωματικά, ενώ οι επιχειρηματίες απολάμβαναν μία άνευ ορίων τεμπελιά.

Το σοσιαλιστικό σύστημα θα αναπτύξει ακόμη περισσότερο τη μηχανή κι εκεί βρίσκεται όλο το νόημα του, το οποίο συνίσταται στο να απελευθερώσει όσο το δυνατόν περισσότερο το εργατικό δυναμικό από τη δουλειά˙ με άλλα λόγια να μεταμορφώσει όλους τους εργάτες ή ακόμα και ολόκληρη την ανθρωπότητα σε κύριο εξίσου αργόσχολο με τον καπιταλιστή που μεταθέτει στα χέρια του λαού όλους τους κάλους και όλη του τη δουλειά.

[...]

Πλέον, μπορούμε να διαβάσουμε χαραγμένη στο μέτωπο της ότι είναι η αρχή κάθε εργασίας και ότι, χωρίς εκείνη, δεν θα υπήρχε εργασία. Η τεμπελιά βρίσκεται στις απαρχές του κόσμου, και με την κατάρα της εργασίας οφείλει να αποκαταστήσει τον καινούργιο της παράδεισο. Η τεμπελιά τρομάζει τους λαούς και εκείνοι που επιδίδονται σε αυτήν καταδιώκονται εξαιτίας της, γιατί κανένας δεν αντιλήφθηκε την αλήθεια της, αλλά την ονομάσαμε <<μητήρ πάσης κακίας>>, ενώ είναι η μητέρα της ζωής. Ο σοσιαλισμός είναι φορέας της απελευθέρωσης στο επίπεδο του ασυνείδητου, αλλά και αυτός τη συκοφαντεί, χωρίς να καταλαβαίνει ότι είναι η τεμπελιά που τον γέννησε. Και, μέσα στην τρέλα του, αυτός ο γιος τη χαρακτηρίζει μητέρα όλων των ατελειών. Δεν είναι αυτός ο γιος που θα απαλείψει το ανάθεμα και με το μικρό αυτό κείμενο θέλω να εκμηδενίσω τη συκοφαντία και να καταστήσω την τεμπελιά από μητέρα όλων των ατελειών, μητέρα της τελειότητας.

12 Φεβρουαρίου 1921, Βίτεμπσκ

Απόσπασμα(τα) από το 'Η τεμπελιά ως πραγματική αλήθεια του ανθρώπου' - Καζιμίρ Μάλεβιτς (Kazimir Malevitch)

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Η γιαγιά μου η Αθήνα κι άλλα κείμενα – Κώστας Ταχτσής

Η γιαγιά μου η Αθήνα κι άλλα κείμενα – Κώστας Ταχτσής

[...]

Εκείνο το μεσημέρι του μίλησα για την υποχρέωση που είχε να κάνει μία δήλωση διαμαρτυρίας. Δεν ήμουν βέβαια ο μόνος. Όλοι τον πίεζαν. Μα ο Σεφέρης δίσταζε. <<Μα μπρε Ταχτσή>>, μου λέει, <<πιστεύεις και συ σ’ αυτά τα πράματα;>> <<Όχι. Αλλά δεν είναι ώρα για τέτοιες μεμψιμοιρίες. Πρέπει να κάνουμε ότι περνάει απ΄το χέρι μας.>> <<Και νομίζεις ότι θα χει κανένα αποτέλεσμα;>> <<Τι διάβολο>>, του λέω. <<Κοτζάμ Νόμπελ. Κι άλλωστε αυτό που έχει σημασία είναι η χειρονομία.>> Αλλ’ ο Σεφέρης εξακολούθησε να διστάζει. Τώρα διαβάζω αυτό το εξαίσιο ποίημα, την Ελένη, εμπνευσμένο απ’ τον Ευρυπίδη – εις γην εναλίαν Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν οικείν Απόλλων – και νομίζω ότι μαντεύω κάτι απ’ τα αισθήματα που πρέπει να τον συνείχαν. Ο Σεφέρης την ήξερε καλά την Ελλάδα, κι ήταν φυσικό να 'χει ενδοιασμούς. Φοβότανε μήπως έφτανε πάλι μία μέρα κάποιος μαντατοφόρος για να πει πως και τούτη τη φορά είχαμε αγωνιστεί <<για ένα πουκάμισο αδειανό>>, για κάτι που <<είδωλον ην>>. Κι ίσως γι’ αυτό να ήταν τόσο βαθιά απογοητευμένος. Το μόνο που ποθούσε πια ήταν να τον αφήσουν να πεθάνει ήσυχός στην Ελλάδα. Γι’ αυτό κι όταν πήγε στην Αμερική τέλη του ’68, κι οι διαμαρτυρίες των αμερικανών φοιτητών τον έκαναν να υπερνικήσει τους τελευταίους δισταγμούς του, περίμενε να επιστρέψει πρώτα, κι ύστερα να μιλήσει, επειδή φοβόταν μήπως αν μιλούσε στο εξωτερικό, του απαγόρευαν την είσοδο. Κι έκανε τότε εκείνη τη δήλωση που μας συγκλόνισε όλους μας, κι έδωσε κουράγιο στους νέους να συνεχίσουν τον αγώνα που είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα, και σε μερικούς πνευματικούς ανθρώπους το σύνθημα να κάνουν επιτέλους κι αυτοί το καθήκον τους. Έτσι πέρασαν άλλα δύο χρόνια, και μια μέρα, τέλη Αυγούστου ήταν, έμαθα, στην Αμοργό όπου περνούσα τις διακοπές μου, ότι ήταν πολύ άρρωστος.

[...]


Aπόσπασμα από το 'Η γιαγιά μου η Αθήνα και άλλα κείμενα' του Κώστα Ταχτσή

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Aπολογία ενός αργόσχολου - Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον

Aπολογία ενός αργόσχολου - Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον

Σε μία εποχή όπως η σημερινή, όταν οι πάντες είναι αναγκασμένοι, υπό την απειλή της ερήμην καταδίκης τους στην ποινή της ανυποληψίας, να μπουν σε κάποιο προσοδοφόρο επάγγελμα και στο πλαίσιο του να μοχθήσουν επιδεικνύοντας κάτι που δεν απέχει πολύ από τον ενθουσιασμό, η φωνή της αντίπαλης πλευράς, που είναι ικανποιημένη με τα λίγα και ευχαριστημένη όταν μπορεί να περιεργάζεται από απόσταση τα πράγματα και να τα απολαμβάνει, αποπνέει ένα είδος κομπασμου και περιαυτολογίας - και αντιμετωπίζεται αναλόγως. Κι όμως δεν θα έπρεπε να είναι έτσι.

Η λεγόμενη <<φυγοπονία>> - η οποία δεν συνίσταται στην απραξία, αλλά σε μία ενεργητικότητα που δεν αναγνωρίζεται από το δογματικό τυπικό της καθεστηκύιας τάξης - έχει, εξίσου με την εργατικότητα, το δικαίωμα να διακηρύξει τις αρχές της. Έστω ότι δεχόμαστε πως η παρουσία ανθρώπων που αρνούνται να ποντάρουν έξι πένες στη μεγάλη κούρσα χάντικαπ αποτελεί προσβολή και απογοήτευση για όσους είναι έτοιμοι να στοιχηματίσουν. Ένας άξιος άντρας (γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί τέτοιοι) παίρνει την απόφαση, ποντάρει έξι πένες και, όπως θα έλεγαν εμφατικά και οι Αμερικανοί, <<τα δίνει όλα>>. Και καθώς ένας τέτοιος άνθρωπος οργώνει ιδρώνοντας τους δρόμους, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε την αγανάκτηση του όταν διακρίνει, στα λιβάδια που απλώνονται στο βάθος, ατάραχες μορφές, ξαπλωμένες στη σκιά, μ' ένα μαντίλι στο κεφάλι κι ένα ποτήρι στο χέρι. Ο Αλέξανδρος είχε θιχτεί πολύ βαθιά από την αδιαφορία του Διογένη. Όσο για τη δόξα στην οποία απέβλεπαν εκείνοι οι θορυβώδεις βάρβαροι που κατέλαβαν τη Ρώμη, αυτή πήγε περίπατο από τη στιγμή που, εισβάλλοντας στη Σύγκλητο, είδαν τους Πατρικίους να κάθονται σιωπηλοί και εντελώς ασυγκίνητοι από το κατόρθωμά τους.

Είναι πικρό να έχεις μοχθήσει, να έχεις αναρριχηθεί σε απόκρημνους λόφους και, όταν πια έχεις ολοκληρώσει την προσπάθεια, να ανακαλύπτεις ότι η ανθρωπότητα αδιαφορεί για το επίτευγμά σου. Εξ ου και οι φυσικοί καταδικάζουν τους αδαείς περί την επιστήμη τους, οι κεφαλαιούχοι ελάχιστα ανέχονται όσους δεν κατέχουν τα μυστικά των επενδύσεων, οι εγγράμματοι απεχθάνονται τους αναλφάβητους και οι άνθρωποι που έχουν στόχους συνανσπίζονται για να κακολογήσουν εκείνους που δεν έχουν κανένα.

Απόσπασμα (αρχή) από 'Απολογία ενός αργόσχολου' - Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Η τέχνη του να γίνεσαι βαρετός με τις ταξιδιωτικές σου αφηγήσεις - Ματίας Ντεμπιρό

Η τέχνη του να γίνεσαι βαρετός με τις ταξιδιωτικές σου αφηγήσεις - Ματίας Ντεμπιρό

[...]

Να ταξιδεύει κανείς δεν είναι πλέον ακριβώς ούτε προνόμιο ούτε ηρωική πράξη. Ωστόσο πάντα κάποιο μικρόφωνο θα βρεθεί για να συλλέξει τις τερατολογίες του μπακαλόγατου με το πεντάτσεπο μπουφάν. Υπερβολική δόση από διηγήσεις είτε στη δημόσια είτε στην ιδιωτική ζωή, είναι κάτι που προσφέρεται για εντυπωσιακά νούμερα ψευτοπαλικαριάς και ηθικολογίας. Από το νεαρό ζευγάρι που προτίμησε αντί για δώρα γάμου έναν γύρο του κόσμου ως τον Πάντσο Βίγια της σάλσα με το αμάνικο μπλουζάκι που τραγουδάει το κύκνειο άσμα της νοτιοαμερικάνικης εκστρατείας του, το μαρτύριο της ταξιδιωτικής αφήγησης εμφανίζει τεράστια γκάμα. Το καινούριο παιχνιδάκι είναι η επινόηση κάποιου ειδικού ενδιαφέροντος ως άλλοθι ώστε να μη θεωρείσαι απλός τουρίστας. Ο ψευτοεξερευνητής που καμαρώνει στον καθρέφτη μ' όλα του τα φτερά είναι χίλιες φορές πιο επικίνδυνος από τον κοινό τουρίστα με το χαμηλό προφίλ. Αλλά, όπως λέει και ο χιουμορίστας Edward Dahlberg, ¨ολα αυτά τα τρωκτικά δεν βράζουν, άραγε, στο ίδιο καζάνι; << Όταν κάποιος συνειδητοποιεί πως η ζωή του δεν έχει πλέον νόημα, είτε αυτοκτονεί είτε το ρίχνει στα ταξίδια>>.
[...]

Απόσπασμα από το 'Η τέχνη του να γίνεσαι βαρετός με τις ταξιδωτικές σου αφηγήσεις' - Ματίας Ντεμπιρό (Matthias Debureaux)

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Όλα τα κορίτσια πρέπει να 'χουν το δικό τους ποίημα - Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν

Όλα τα κορίτσια πρέπει να 'χουν το δικό τους ποίημα - Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν

Όλα τα κορίτσια πρέπει να 'χουν
το δικό τους ποίημα ακόμα κι αν
χρειαστεί να γυρίσουμε αυτόν τον
γαμημένο κόσμο ανάποδα για να
το καταφέρουμε.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Δον Κιχώτης - Κώστας Ουράνης

Δον Κιχώτης - Κώστας Ουράνης

Ατσάλινος και σοβαρός απάνω στ' αλογό του
το αχαμνό, του Θέρβαντες ο ήρωας περνάει,
και πίσω του, το στωικό γαϊδούρι του καβάλα
ο ιπποκόμος του ο χοντρός αγάλια ακολουθάει.
Αιώνες που ξεκίνησε κι αιώνες που διαβαίνει
με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια
και με τα μάτια εκστατικά, στο χέρι το κοντάρι,
πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια...
Στο πέρασμα του απ' τους πλατειούς του κόσμου δρόμους, όσοι
τον συντυχαίνουν, για τρελό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,
τον δείχνει ο ένας του αλλουνού - κι ειρωνικά γελάνε
Ω ποιητή! παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
οι άνθρωποι χασκαρίζουνε. Άσε τους να γελάνε:

οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι Σάντσοι ακολουθάνε!

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων – Κ.Καρυωτάκης

Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων – Κ.Καρυωτάκης

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν· τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που’ ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι;»

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Θα νικήσω - Ρόμπερτ Κρήλυ

Θα νικήσω - Ρόμπερτ Κρήλυ

Θα νικήσω με τον τρόπο
που πάντα κερδίζω
έχοντας φύγει
όταν έρθουν εκείνοι.

Όταν κοιτάξουν, δεν θα δουν
τίποτα από μένα
και πού βρίσκομαι
δεν θα γνωρίζουν.

Αυτός, σκέφτηκα, είναι ο τρόπος μου
και σωστός ή λάθος
είναι δικός μου. Νεκρός όντας, λοιπόν,
θα είμαι νικητής απόλυτος.

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Ιουλίου Λόγος - Οδυσσέας Ελύτης

Ιουλίου Λόγος - Οδυσσέας Ελύτης

Μετρημένο τόπο έχουν οι άνθρωποι
Και στα πουλιά δοσμένος είναι ο ίδιος αλλ'
Απέραντος!
Απέραντος ο κήπος όπου μόλις απο-
Χωρισμένος απ' τον (πριν και πάλι μεταμφιεσμένος μου αγγιχτεί)
Θάνατο, έπαιζα και μου έφταναν εύκολα όλα έως την απαλάμη

Ο ιππόκαμπος κείνος! Και της φυσαλίδας τσιούπ το σπάσιμο!
Του βατόμουρου το βαποράκι μες στα βαθιά των φυλλωμάτων
Ρεύματα! Κι ο πρωραίος ιστός όλο σημαίες!


Τι τώρα μου ήρθαν. Αλλά σαν χθές δεν υπήρξα
Κι ύστερα η μακριά μακριά ζωή των αγνώστων η άγνωστη
Έστω. Και μόνο να τα λές ωραία ξοδεύεσαι˙ όπως του νερού η ροή
Πού ψυχή την ψυχή δένει τις αποστάσεις
Κι από 'να σ' άλλον Γαλαξία βρίσκεσαι να σχοινοβατείς
Ενώ κάτω απ' τα πόδια σου να βοούν τα βάραθρα. Κι ή φτάνεις ή όχι


'Αχ αχνά σχεδιασμένες πάνω στα σεντόνια μου πρώτες ορμές. Θή-
λεις άγγελοι
Που από ψηλά μου ενεύατε άφοβα να προχωρώ μες στα όλα
Μιας που κι από το παράθυρο να πέσω, η θάλασσα
Πάλι θα μου κάνει το άλογο
Το πελώριο καρπούζι όπου κάποτε ανίδεος εκατοίκησα
Κι οι μικρές εκείνες παρακόρες, το μαλλί τους λυτό που
Με τη νοημοσύνη ανέμου γνώριζε να ξετυλίγεται πάνω από τις
καμινάδες!
Τέτοια του κίτρινου στα μπλε αρμοσιά που αλήθεια να σαστίζεις
Και γραφές πουλιών που ο άνεμος τις μπάζει απ' το παράθυρο
Την ώρα που κοιμάσαι και παρακολουθείς τα μέλλοντα


Ξέρει ο ήλιος. Κατεβαίνει μέσα σου να δει. Έπειδή τ' απέξω
Είναι καθρέφτης. Μες στο σώμα η φύση κατοικεί κι από κει
εκδικείται
Όπως σε μιαν αγριότητα ιερή σαν του Λέοντα ή του Αναχωρητή
Το δικό σου λουλούδι φυτρώνει
που το λένε Σκέψη
(Άλλο αν, και μελετώντας, πάλι βγήκα εκεί
Πού το κολύμπι μ' έβγαζε απ' ανέκαθεν)


Μετρημένο τόπο έχουν οι σοφοί
Και στα παιδιά δοσμένος είναι ο ίδιος αλλ'
Απέραντος!
Απέραντος ο θάνατος δίχως μήνες κι αιώνες
Τρόπος κι εκεί να ενηλικιωθείς κανένας˙ ώστε
Στις ίδιες κάμαρες ξανά στους ίδιους κήπους θα γυρνάς
Κρατώντας το τζιτζίκι που είναι ο Δίας και πάει από 'ν
Σ' άλλον Γαλαξία τα καλοκαίρια του.


Από 'τα ελεγεια της Οξώπετρας' του Οδυσσέα Ελύτη

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει' - Λουίς Σεπούλβεδα

Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει - Λουίς Σεπούλβεδα

Ο άνθρωπος χάιδεψε το σβέρκο του γάτου.

<<Εντάξει, γάτε. Τα καταφέραμε>> είπε αναστενάζοντας.

<<Ναι>> νιαούρισε ο Ζορμπάς. <<Στο χείλος του κενού κατάλαβα το πιο σημαντικό.>>

<<Α, ναι; Και τι είναι πιο σημαντικό>> ρώτησε ο άνθρωπος.

<<Πως πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει>> νιαούρισε ο Ζορμπάς.


Αποσπάσμα από το 'Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει' - Λουίς Σεπούλβεδα

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Ο πατέρας μου κι ο αλήτης - Τσαρλς Μπουκόφσκι

Ο πατέρας μου κι ο αλήτης - Τσαρλς Μπουκόφσκι

Ο πατέρας μου πίστευε στην εργασία.
Ήταν περήφανος να έχει μια δουλειά.
Καμιά φορά δεν είχε δουλειά
και τότε ντρεπόταν.
Ντρεπόταν τόσο που έφευγε απ' το σπίτι
το πρωί και γύριζε το βράδυ
ώστε οι γείτονες να μην παίρνουν
χαμπάρι.

Εμένα,
μου άρεσε ο διπλανός μας γείτονας:
άραζε απλά στην πίσω αυλή
σε μια καρέκλα κι έριχνε βελάκια
σε κάτι κύκλους που είχε ζωγραφίσει
πλάι στο γκαράζ.
Στο Λος Άντζελες του 1930
κατείχε μια σοφία που
ο Γκαίτε, ο Ζέγκελ, ο Κιρκεγκαρντ,
ο Νίτσε, ο Φρόιντ,
ο Γιάσπερς, ο Χάιντεγκερ και ο
Τόινμπι θα μπορούσαν πολύ
δύσκολα να αρνηθούν.

Ένα άλογο με μπλεπράσινα μάτια - Τσαρλς Μπουκόφσκι

Ένα άλογο με μπλεπράσινα μάτια - Τσαρλς Μπουκόφσκι

βλέπεις αυτό που βλέπεις:
τα τρελάδικα σπανίως
επιδεικνύονται.

πως βαστάμε ακόμα και
ξυνόμαστε και ανάβουμε
τσιγάρα

είναι κάτι παραπάνω από θαύμα

κάτι παραπάνω
απ' τις λουόμενες καλλονές
από τα ρόδα και τον σκώρο.

να κάθεσαι σ' ένα καμαράκι,
και να πίνεις μπύρα
και να στρίβεις τσιγάρο
ακούγοντας Μπραμς
από ένα μικρό κόκκινο ραδιόφωνο

είναι σαν να έχεις βγει
ζωντανός
από μια ντουζίνα πολέμους
ακούγοντας τον ήχο
του ψυγείου

καθώς οι λουόμενες καλλονές σαπίζουν

και τα πορτοκάλια και τα μήλα
κατρακυλούν και πάνε.

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Πατέρες - Κωστής Παλαμάς

Πατέρες - Κωστής Παλάμάς

Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
Όπως το βρεις κι’ όπως το δεις να μη το παρατήσεις.

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτηνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας.

Κι άν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι’ όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.

Γίνε οργοτόμος ,φυτευτής , (γίνε) διαφεντευτής.

Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα,
πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα,
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! τσεκούρι! τράβα!,
ξεσπέρμεψέ το , χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα.

Π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει,
κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,
κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα.

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

'Σιντάρτα' - Έρμαν Έσσε

'Σιντάρτα' - Έρμαν Έσσε

Κοίταξε ολόγυρα σαν να 'βλεπε για πρώτη φορά τον κόσμο. Όμορφος ήταν ο κόσμος, πολύχρωμος, παράξενος και μυστηριώδης! Εδώ ήταν το γαλάζιο, εδώ το κίτρινο, το πράσινο, ουρανοί και ποτάμια έρεαν, δάση κι οροσειρές σε μιαν αιώνια ακινησία, όλα πανέμορφα, αινιγματικά και μαγικά, και στη μέση αυτός, ο Σινατάρτα, που ξυπνούσε, στην πορεία προς τον εαυτό του. Και όλα, το κίτρινο και το γαλάζιο,τα ποτάμια και τα δάση τα έβλεπε με τα μάτια του ο Σιντάρτα, δεν ήταν πια μαγεία του Μάρα, δεν ήταν το πέπλο της Μάγια, δεν ήταν πια η άσκοπη και τυχαία πολλαπλότητα του κόσμου των φαινομένων, άξια περιφρόνησης για το βαθυστόχαστο βραχμάνο που αποποιείται την πολλαπλότητα και αναζητά την ενότητα. Το γαλάζιο ήταν γαλάζιο, το ποτάμι ήταν ποτάμι, ακόμη κι αν στο γαλάζιο και το ποτάμι μες στον Σιντάρτα ζούσε κρυμμένο το Ένα, το Θεϊκό - ο χαρακτήρας και η ουσία του Θεϊκού ήταν ακριβώς να είναι εδώ κίτρινη, εδώ γαλάζια, εκεί ουρανός, εκεί δάσος, κι εδώ Σιντάρτα. Το νόημα και η ουσία δεν βρίσκονταν κάπου πίσω απ' τα πράγματα, ήταν μέσα τους, μέσα σε όλα.
[...]

Τώρα καταλάβαινε ο Σιντάρτα γιατί είχε παλέψει μάταια με το Εγώ του όταν ήταν βραχμάνος. Τον εμπόδιζαν η πολλή γνώση και οι πολλοί ιεροί στίχοι, οι πολλοί κανόνες των θυσιών, ο υπερβολικός ασκητισμός και η υπέρμετρη προσπάθεια! Ήταν γεμάτος έπαρση, πάντα ο εξυπνότερος, πάντα ο επιμελέστερος, πάντα ένα βήμα πιο μπροστά απ τους άλλους, ο γνώστης και πνευματικός άνθρωπος, πάντα ιερέας ή σοφός. Μέσα στην ιεροσύνη, την έπαρση, μες στην πνευματικότητα είχε τρυπώσει το Εγώ του, καθόταν εκεί και μεγάλωνε, ενώ εκείνος πίστευε ότο το νεκρώνει με τη νηστεία και τον ασκητισμό. Τώρα το έβλεπε και καταλάβαινε πως η μυστική φωνή είχε δίκιο, πως κανένας δάσκαλος δεν θα μπορούσε να τον λυτρώσει. Γι' αυτό έπρεπε να βγει στον κόσμο, να χαθεί μέσα στις ηδονές και τη δύναμη, στη γυναίκα και το χρήμα, έπρεπε να γίνει έμπορος και παίχτης των ζαριών, πότης και πλεονέκτης, ώσπου ο ιερέας κι ο σαμάνος να πεθάνουν μέσα του. Έπρεπε να υποφέρει εκείνα τα φριχτά χρόνια, την αηδία, το κενό, τον παραλογισμό μιας έρημης και χαμένης ζωής, ώς το τέλος, ώς την πικρή απόγνωση, ώσπου να μπορέσει να πεθάνει κι ο φιλήδονος, ο άπληστος Σιντάρτα. Είχε πεθάνει, ένας νέος Σιντάρτα ξύπνησε απ' τον ύπνο. Κι αυτός θα γερνούσε,κι αυτός θα 'πρεπε να πεθάνει κάποτε, εφήμερος ήταν ο Σιντάρτα, κάθε μορφή είναι εφήμερη. Μα σήμερα ήταν νέος, ήταν παιδί, ο καινούριος Σιντάρτα - κι ήταν γεμάτος χαρά.

Αποσπάσμα(τα) από το 'Σιντάρτα' - Έρμαν Έσσε

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

'Θα φτύσω στους τάφους σας' - Μπορίς Βιάν

'Θα φτύσω στους τάφους σας' - Μπορίς Βιάν

Ωστόσο , είχα αρχίσει πάλι να σκέφτομαι τον πιτσιρικά και κοιμόμουν άσκημα. Είχα δει δυο φορές τον Τομ Κατάφερνε να επιβιώνει. Είχαν πάψει να μιλάνε για την υπόθεση εκεί κάτω. Οι άνθρωποι άφηναν ήσυχο τον Τομ στο σχολείο του, κι εμένα δε με γνώριζαν και πολύ καλά. Ο πατέρας της Αν Μοράν είχε στείλει την κόρη του στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας˙ συνέχιζε με το γιο του. Ο Τομ με ρώτησε αν τα πράγματα πήγαιναν καλά για μένα και του είπα ότι ο λογαριασμός μου στην τράπεζα είχε κιόλας φτάσει τα εκατόν είκοσι δολάρια. Έκανα οικονομία στα πάντα, εκτός από το οινόπνευμα, και οι πωλήσεις των βιβλίων συνέχιζαν να πηγαίνουν καλά. Ποντάριζα σε μια αύξηση προς το τέλος του καλοκαιριού. Μου σύστησε να μην παραμελώ τα θρησκευτικά μου καθήκοντα. Αυτό ήταν κάτι που κατάφερνα ν' αποφεύγω, αλλά δεν το άφηνα να γίνεται αντιληπτό. Ο Τομ πίστευε στο Θεο. Εγώ πήγαινα στην κυριακάτικη λειτουργία όπως ο Χάνσεν, αλλά πιστεύω ότι δεν μπορεί κανείς να έχει τα λογικά του και να πιστεύει στο Θεό, κι έπρεπε οπωσδήποτε να έχω τα λογικά μου.

Βγαίνοντας από την εκλησία, ξαναβρισκόμαστε στο ποτάμι κι αλλάζαμε τις κοπέλες, με τόση αιδώ όση διαθέτει και μια αγέλη πιθήκων σε οργασμό˙ πραγματικά, αυτό ήμασταν, σας το λέω εγώ. Κι έπειτα το καλοκαίρι τελείωσε χωρίς να το καταλάβουμε, κι άρχισαν οι βροχές.

Πήγαινα συχνότερα στου Ρικάρντο. Περνούσα πού και πού απ' το ντραγκστορ για να πω μια κουβεντούλα με τους ντόπιους˙ πραγματικά, είχα αρχίσει να χορεύω τζάιβ καλύτερα από κείνους κι είχα μια φυσική κλίση γι' αυτό το χορό. Μια ολόκληρη φουρνιά από τους πιο ματσωμένους τύπους του Μπάκτον άρχιζαν να γυρίζουν απο τις διακοπές, από τη Φλόριντα, τη Σάντα Μόνικα ή κι εγώ δεν ξέρω από που... Όλοι ηλιοκαμένοι, κατάξανθοι, αλλά όχι περισσότερο από μας που είχαμε μείνει κοντά στο ποτάμι. Το κατάστημα έγινε ένας από τους τόπους όπου συνήθιζαν να συναντιούνται.

Αυτοί δεν με γνώριζαν ακόμη αλλά είχα όλο τον καιρό στη διάθεση μου και δε βιαζόμουν.


Απόσπασμα από το 'Θα φτύσω στους τάφους σας' του Μπορίς Βιάν.

------------------------------------------------------------------------

" Το σπουδαιότερο πράγμα στη ζωή, είναι να βγάζεις βιαστικά τα συμπεράσματα σου, ανάλογα με την περίσταση. Γιατί είναι γεγονός ότι τα άτομα έχουν πάντοτε δίκιο - και οι μάζες πάντοτες άδικο. Προσοχή όμως: δεν πρέπει να δούμε στη στάση αυτή κάποιους κανόνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς˙ οι κανόνες δεν χρειάζεται να είναι γραπτοί για να τους ακολουθήσουμε. Μόνο δυο πράγματα έχουν σημασία: ο έρωτας, κάθε είδους έρωτας, με κάθε είδους ωραία κορίτσια, και η μουσική του Ντιούκ Έλλινγκτον, ή η παραδοσιακή τζάζ. Τίποτ' άλλο δε μετράει, γιατί τα υπόλοιπα είναι άσχημα. Οι σελίδες που ακολουθούν είναι απλώς ένα παράδειγμα των όσων είπα. Η δύναμη τους πηγάζει από την αλήθεια τους, και είναι αληθινές επειδή τις έχω κατασκευάσει εγώ, απ' αρχής μέχρι τέλους..."

Μπόρις Βιάν

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Τίποτα δεν πάει χαμένο - Μανόλης Ρασούλης

Τίποτα δεν πάει χαμένο - Μανόλης Ρασούλης

Σχεδόν πενήντα χρόνια
βάσανα και διωγμοί,
τώρα στη μαύρη αρρώστια
ανάξια πλερωμή.

Το δίκιο του αγώνα
πολλά σου στέρησε,
μα η ζωή λεχώνα
ελπίδες γέννησε.

Τίποτα δεν πάει χαμένο
στη χαμένη σου ζωή,
τ’ όνειρό σου ανασταίνω
και το κάθε σου "γιατί".

Ποτέ δε λες η μοίρα
πως σε αδίκησε,
μα μόνο η Ιστορία
αλλιώς σου μίλησε.

Σκυφτός στα καφενεία,
στους δρόμους σκεφτικός,
μα χθες μες στην πορεία
περνούσες γελαστός.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Τα ταμπεραμέντα - Έζρα Πάουντ

Τα ταπεραμέντα - Έζρα Πάουντ

Εννια μοιχείες, 12 σχέσεις παράνομες, 64 συνευρέσεις εκτός γάμου
Και κάτι που φέρνει σε βιασμό
Αναπαύονται τη νύχτα στη ψυχή του ντελικάτου μας φίλου Φλοριάρις,
Κι όμως ο άνθρωπος αυτός είναι τόσο σιωπηλός
Και στη συμπεριφορά του συντηρητικός
Που περνιέται για ψυχρός και ανέραστος.
Ο Βαστιδίδης, αντιθέτως, που για άλλο δεν μιλά και γράφει
Πέρα από τη συνουσία,
είναι πατέρας διδύμων,
Τον αθλο ετούτο όμως τον κατάφερε με ολίγο κόστος˙
Χρειάστηκε να γίνει τετράκις κερατάς.

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Χάμπουργκερ - Ογκοστ Κλαϊνζαλερ

Χάμπουργκερ - Ογκοστ Κλαϊνζαλερ

Κοντεύουν να μοιάσουν με Βούδδες,
Αυτοί οι γερο'παράλυτοι,
Με το "χάμπουργκερμονάχα15σεντς
Κιένακαλόγεύμα, μαζί".

Βρίσκονται έξω στους δρόμους
Σαν μυστικοί πράκτορες,
Μικρό καπέλο και γραβάτα,
Παρατηρώντας κάθε τι να πηγαίνει κατά διαόλου.

Αχρηστεμένοι,
νεκροί μέσα στα παντελόνια ...
-"έπρεπε να 'βλεπες το Μαϊάμι
πριν τον πόλεμο:
ήταν παράδεισος.

Μια λεμονιά σε κάθε αυλή."

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

'Το υπόγειο' - Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

'Το υπόγειο' - Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

Όταν τελείωσε η κρίση της κραιπάλης μου, ένιωσα μια φριχτή αηδία. Μ' έπιανε η μεταμέλεια, την έδιωχνα. Σιγά σιγά όμως, άρχισα να συνηθίζω, συνήθιζα σ' όλα, ή καλύτερα, υπέκυπτα και τα υπέφερα όλα: κατέφευγα δηλαδή σε ό,τι είναι "Ωραίο και Υψηλό", στα όνειρα μου, εννοείται. Ονειροπολούσα τρομερά˙ ονειροπολούσα τρεις μήνες αδιάκοπα, τρυπωμένος στη γωνιά μου, και πιστέψτε με παρακαλώ, τις στιγμές αυτές δεν έμοιαζα καθόλου με τον κύριο που έτρεμε όταν έβαζε στο γιακά του παλτού του τη γερμανική γούνα. Γινόμουν ξαφνικά ήρωας.
[...]

Με αγνόησαν όλοι, κι έμεινα εκεί τσακισμένος κι εκμηδενισμένος.
"Ύψιστε, είναι συντροφιά αυτή για μένα;" Σκέφτηκα. " Τι βλάκας που φάνηκα μπροστά τους! Κι όμως, επέτρεψα στον Φερφίτσκιν να πάρει πολύ θάρρος. Αυτοί οι ηλίθιοι φαντάζονται, πως μου κάνουν την τιμή επιτρέποντας μου να καθίσω στο τραπέζι τους, και δεν καταλαβαίνουν ότι εγώ τους κάνω την τιμή!-"Αδυνάτισα! Το κοστούμι μου!" - Ω! καταραμένο παντελόνι! Πριν απο λίγο μάλιστα, ο Ζβερκόφ είχε παρατηρήσει τον κίτρινο λεκέ στο γόνατο...Προς τι να μένω εδώ; Πρέπει αμέσως, την ίδια στιγμή, να σηκωθώ απ' το τραπέζι, να πάρω το καπέλο μου και να φύγω χωρίς να πω τίποτα...Από περιφρόνηση! Και αύριο να μονομαχήσω αν θέλουν. Τα κτήνη! Δε θα λυπηθώ τα εφτά μου ρούβλια. Φευγω αμέσως!"
Εννοείται ότι έμεινα.

Απόσπασμα(τα) από το 'Το Υπόγειο' - Φιοντόρ Ντοστογίεφσκι.

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

'Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά' - Πωλ Λαφάργκ

'Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά' - Πωλ Λαφάργκ

Ένα καταστροφικό δόγμα


"Τεμπελιάστε στο πάντα
αλλά μηδέποτε στον έρωτα και στο πιοτό
μηδέποτε στην τεμπελιά"

Λέσσινγκ

Μια ιδιότυπη μωρία διακατέχει τις εργαζόμενες τάξεις των εθνών στα οποία άρχει ο καπιταλιστικός πολιτισμός. Αυτή η μωρία σέρνει στο κατόπι της μια προσωπική και κοινωνική αθλιότητα που εδώ και αιώνες τυραννάει τη θλιμμένη ανθρωπότητα. Η μωρία αυτή είναι η αγάπη για τη δουλειά, το θανατερό πάθος για δουλειά, που φτάνει ως την εξάντληση των ζωτικών δυνάμεων του ατόμου και των απογόνων του.
[...]

Στην καπιταλιστική κοινωνία, η εργασία είναι η αιτία κάθε πνευματικού εκφυλισμού, κάθε οργανικής παραμόρφωσης.
[...]

Το όνειρο του Αριστοτέλη είναι η δική μας πραγματικότητα. Οι μηχανές μας με την πύρινη ανάσα τους, με τα ατσαλένια τους μέλη, ακούραστες, θαυμαστά και ανεξάντλητα παραγωγικές, επιτελούν μόνες τους, υπάκουα, την ιερή τους εργασία κι όμως, η σκέψη των μεγάλων φιλοσόφων του καπιταλισμού μένει προσκολλημένη στην προκατάληψη της έμμισθης εργασίας, της χειρότερης μορφής δουλείας. Δεν αντιλαμβάνονται ακόμη ότι η μηχανή είναι ο λύτρωτής της ανθρωπότητας, ο θεός που θα αποδεσμεύσει τον άνθρωπο από τις sordidae artes (μετάφραση: ταπεινές τέχνες - έτσι ονομάζονταν τα επαγγέλματα, τα οποία ανήκαν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των σκλάβων) και τη μισθωτή εργασία, ο θεός που θα του δώσει το χαμένο του χρόνο και την ελευθερία του.

Απόσπασμα (αρχή και τέλος) από 'Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά' - Πωλ Λαφάργκ.

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

10 Λιοντάρια και το τέλος του κόσμου - Τσαρλς Μπουκόφσκι

10 Λιοντάρια και το τέλος του κόσμου - Τσαρλς Μπουκόφσκι

σ' ένα μεγάλο περιοδικό περιωπής
(ναι , το διάβαζα)
είδα μια φωτογραφία με λιοντάρια
να διασχίζουν έναν δρόμο
σε κάποιο χωριό
με το πάσο τους˙
έτσι πρέπει
να γίνει
και κάποια μέρα όταν
θα έχουν σβήσει τα φώτα
και όλη η ιστορία θα 'χει τελειώσει,
θα κάθομαι εδώ
μες στον λευκό καπνό
και θα σκέφτομαι εκείνα τα 10 διαολεμένα
(ναι, τα μέτρησα)
λιοντάρια
να μπλοκάρουν την κυκλοφορία
την ώρα που άνθιζαν τα ρόδα.
όλοι μας
αυτό
πρέπει τώρα
να κάνουμε
όσο
υπάρχει
χ
ρ
ό
ν
ο
ς.

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Το γεράνι - Θίοντορ Ρέτκε

Το γεράνι - Θίοντορ Ρέτκε

Όταν κάποτε το έβγαλα έξω, δίπλα στον σκουπιδοτενεκέ
Φαινόταν τόσο μαραμένο και βρωμερό,
Τόσο γελοίο και εύπιστο, σαν ένα άρρωστο κανίς,
Ή ένας ξεπεσμένος αστέρας στα τέλη του Σεπτέμβρη,
To 'φερα πάλι μέσα
Για μια νέα ρουτίνα -
Βιταμίνες, νερό, και όποια άλλη
Συντήρηση έμοιαζε λογική
Εκείνη την εποχή: είχε ζήσει
Τόσον καιρό με τζιν, τσιμπιδάκια, μισοκαπνισμένα πούρα,
Ξινισμένη μπύρα,
Τα ζαρωμένα του πέταλα έπεφταν
Στο ξεθωριασμένο χαλί, το άνοστο
Λίπος της μπριζόλας κολλούσε στα χνουδωτά του φύλλα.
(Ξεραμένο, έτριζε σαν τουλίπα).

Νίλες που τράβηξε! -
Τις χαζές κυρίες που τσιρίζουν μες στη νύχτα
Ή εμάς τους δυο, μόνους, άθλιους,
Εμένα να ξεφυσώ το μεθοκόπι μου πάνω του,
Να σκύβει εκείνο από τη γλάστρα του έξω στο παράθυρο.
Κατά το τέλος, έμοιαζε να με ακούει σχεδόν -
Μα αυτό ήταν τρομαχτικό -
Τόσο που, όταν εκείνη η καθαρίστρια με τη φωνακλάδικη
Βλακεία της, το πέταξε μαζί με τη γλάστρα, στα σκουπίδια,
Δεν είπα κουβέντα.

Απέλυσα όμως την ξιπασμένη στρίγγλα την επόμενη εβδομάδα
Κι έτσι μονάχος απόμεινα.