Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Πατέρες - Κωστής Παλαμάς

Πατέρες - Κωστής Παλάμάς

Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
Όπως το βρεις κι’ όπως το δεις να μη το παρατήσεις.

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτηνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας.

Κι άν αγαπάς τ’ ανθρώπινα κι’ όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.

Γίνε οργοτόμος ,φυτευτής , (γίνε) διαφεντευτής.

Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα,
πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα,
για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! τσεκούρι! τράβα!,
ξεσπέρμεψέ το , χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα.

Π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει,
κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,
κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα.

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

'Σιντάρτα' - Έρμαν Έσσε

'Σιντάρτα' - Έρμαν Έσσε

Κοίταξε ολόγυρα σαν να 'βλεπε για πρώτη φορά τον κόσμο. Όμορφος ήταν ο κόσμος, πολύχρωμος, παράξενος και μυστηριώδης! Εδώ ήταν το γαλάζιο, εδώ το κίτρινο, το πράσινο, ουρανοί και ποτάμια έρεαν, δάση κι οροσειρές σε μιαν αιώνια ακινησία, όλα πανέμορφα, αινιγματικά και μαγικά, και στη μέση αυτός, ο Σινατάρτα, που ξυπνούσε, στην πορεία προς τον εαυτό του. Και όλα, το κίτρινο και το γαλάζιο,τα ποτάμια και τα δάση τα έβλεπε με τα μάτια του ο Σιντάρτα, δεν ήταν πια μαγεία του Μάρα, δεν ήταν το πέπλο της Μάγια, δεν ήταν πια η άσκοπη και τυχαία πολλαπλότητα του κόσμου των φαινομένων, άξια περιφρόνησης για το βαθυστόχαστο βραχμάνο που αποποιείται την πολλαπλότητα και αναζητά την ενότητα. Το γαλάζιο ήταν γαλάζιο, το ποτάμι ήταν ποτάμι, ακόμη κι αν στο γαλάζιο και το ποτάμι μες στον Σιντάρτα ζούσε κρυμμένο το Ένα, το Θεϊκό - ο χαρακτήρας και η ουσία του Θεϊκού ήταν ακριβώς να είναι εδώ κίτρινη, εδώ γαλάζια, εκεί ουρανός, εκεί δάσος, κι εδώ Σιντάρτα. Το νόημα και η ουσία δεν βρίσκονταν κάπου πίσω απ' τα πράγματα, ήταν μέσα τους, μέσα σε όλα.
[...]

Τώρα καταλάβαινε ο Σιντάρτα γιατί είχε παλέψει μάταια με το Εγώ του όταν ήταν βραχμάνος. Τον εμπόδιζαν η πολλή γνώση και οι πολλοί ιεροί στίχοι, οι πολλοί κανόνες των θυσιών, ο υπερβολικός ασκητισμός και η υπέρμετρη προσπάθεια! Ήταν γεμάτος έπαρση, πάντα ο εξυπνότερος, πάντα ο επιμελέστερος, πάντα ένα βήμα πιο μπροστά απ τους άλλους, ο γνώστης και πνευματικός άνθρωπος, πάντα ιερέας ή σοφός. Μέσα στην ιεροσύνη, την έπαρση, μες στην πνευματικότητα είχε τρυπώσει το Εγώ του, καθόταν εκεί και μεγάλωνε, ενώ εκείνος πίστευε ότο το νεκρώνει με τη νηστεία και τον ασκητισμό. Τώρα το έβλεπε και καταλάβαινε πως η μυστική φωνή είχε δίκιο, πως κανένας δάσκαλος δεν θα μπορούσε να τον λυτρώσει. Γι' αυτό έπρεπε να βγει στον κόσμο, να χαθεί μέσα στις ηδονές και τη δύναμη, στη γυναίκα και το χρήμα, έπρεπε να γίνει έμπορος και παίχτης των ζαριών, πότης και πλεονέκτης, ώσπου ο ιερέας κι ο σαμάνος να πεθάνουν μέσα του. Έπρεπε να υποφέρει εκείνα τα φριχτά χρόνια, την αηδία, το κενό, τον παραλογισμό μιας έρημης και χαμένης ζωής, ώς το τέλος, ώς την πικρή απόγνωση, ώσπου να μπορέσει να πεθάνει κι ο φιλήδονος, ο άπληστος Σιντάρτα. Είχε πεθάνει, ένας νέος Σιντάρτα ξύπνησε απ' τον ύπνο. Κι αυτός θα γερνούσε,κι αυτός θα 'πρεπε να πεθάνει κάποτε, εφήμερος ήταν ο Σιντάρτα, κάθε μορφή είναι εφήμερη. Μα σήμερα ήταν νέος, ήταν παιδί, ο καινούριος Σιντάρτα - κι ήταν γεμάτος χαρά.

Αποσπάσμα(τα) από το 'Σιντάρτα' - Έρμαν Έσσε