Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Ιουλίου Λόγος - Οδυσσέας Ελύτης

Ιουλίου Λόγος - Οδυσσέας Ελύτης

Μετρημένο τόπο έχουν οι άνθρωποι
Και στα πουλιά δοσμένος είναι ο ίδιος αλλ'
Απέραντος!
Απέραντος ο κήπος όπου μόλις απο-
Χωρισμένος απ' τον (πριν και πάλι μεταμφιεσμένος μου αγγιχτεί)
Θάνατο, έπαιζα και μου έφταναν εύκολα όλα έως την απαλάμη

Ο ιππόκαμπος κείνος! Και της φυσαλίδας τσιούπ το σπάσιμο!
Του βατόμουρου το βαποράκι μες στα βαθιά των φυλλωμάτων
Ρεύματα! Κι ο πρωραίος ιστός όλο σημαίες!


Τι τώρα μου ήρθαν. Αλλά σαν χθές δεν υπήρξα
Κι ύστερα η μακριά μακριά ζωή των αγνώστων η άγνωστη
Έστω. Και μόνο να τα λές ωραία ξοδεύεσαι˙ όπως του νερού η ροή
Πού ψυχή την ψυχή δένει τις αποστάσεις
Κι από 'να σ' άλλον Γαλαξία βρίσκεσαι να σχοινοβατείς
Ενώ κάτω απ' τα πόδια σου να βοούν τα βάραθρα. Κι ή φτάνεις ή όχι


'Αχ αχνά σχεδιασμένες πάνω στα σεντόνια μου πρώτες ορμές. Θή-
λεις άγγελοι
Που από ψηλά μου ενεύατε άφοβα να προχωρώ μες στα όλα
Μιας που κι από το παράθυρο να πέσω, η θάλασσα
Πάλι θα μου κάνει το άλογο
Το πελώριο καρπούζι όπου κάποτε ανίδεος εκατοίκησα
Κι οι μικρές εκείνες παρακόρες, το μαλλί τους λυτό που
Με τη νοημοσύνη ανέμου γνώριζε να ξετυλίγεται πάνω από τις
καμινάδες!
Τέτοια του κίτρινου στα μπλε αρμοσιά που αλήθεια να σαστίζεις
Και γραφές πουλιών που ο άνεμος τις μπάζει απ' το παράθυρο
Την ώρα που κοιμάσαι και παρακολουθείς τα μέλλοντα


Ξέρει ο ήλιος. Κατεβαίνει μέσα σου να δει. Έπειδή τ' απέξω
Είναι καθρέφτης. Μες στο σώμα η φύση κατοικεί κι από κει
εκδικείται
Όπως σε μιαν αγριότητα ιερή σαν του Λέοντα ή του Αναχωρητή
Το δικό σου λουλούδι φυτρώνει
που το λένε Σκέψη
(Άλλο αν, και μελετώντας, πάλι βγήκα εκεί
Πού το κολύμπι μ' έβγαζε απ' ανέκαθεν)


Μετρημένο τόπο έχουν οι σοφοί
Και στα παιδιά δοσμένος είναι ο ίδιος αλλ'
Απέραντος!
Απέραντος ο θάνατος δίχως μήνες κι αιώνες
Τρόπος κι εκεί να ενηλικιωθείς κανένας˙ ώστε
Στις ίδιες κάμαρες ξανά στους ίδιους κήπους θα γυρνάς
Κρατώντας το τζιτζίκι που είναι ο Δίας και πάει από 'ν
Σ' άλλον Γαλαξία τα καλοκαίρια του.


Από 'τα ελεγεια της Οξώπετρας' του Οδυσσέα Ελύτη

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει' - Λουίς Σεπούλβεδα

Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει - Λουίς Σεπούλβεδα

Ο άνθρωπος χάιδεψε το σβέρκο του γάτου.

<<Εντάξει, γάτε. Τα καταφέραμε>> είπε αναστενάζοντας.

<<Ναι>> νιαούρισε ο Ζορμπάς. <<Στο χείλος του κενού κατάλαβα το πιο σημαντικό.>>

<<Α, ναι; Και τι είναι πιο σημαντικό>> ρώτησε ο άνθρωπος.

<<Πως πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει>> νιαούρισε ο Ζορμπάς.


Αποσπάσμα από το 'Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει' - Λουίς Σεπούλβεδα

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Ο πατέρας μου κι ο αλήτης - Τσαρλς Μπουκόφσκι

Ο πατέρας μου κι ο αλήτης - Τσαρλς Μπουκόφσκι

Ο πατέρας μου πίστευε στην εργασία.
Ήταν περήφανος να έχει μια δουλειά.
Καμιά φορά δεν είχε δουλειά
και τότε ντρεπόταν.
Ντρεπόταν τόσο που έφευγε απ' το σπίτι
το πρωί και γύριζε το βράδυ
ώστε οι γείτονες να μην παίρνουν
χαμπάρι.

Εμένα,
μου άρεσε ο διπλανός μας γείτονας:
άραζε απλά στην πίσω αυλή
σε μια καρέκλα κι έριχνε βελάκια
σε κάτι κύκλους που είχε ζωγραφίσει
πλάι στο γκαράζ.
Στο Λος Άντζελες του 1930
κατείχε μια σοφία που
ο Γκαίτε, ο Ζέγκελ, ο Κιρκεγκαρντ,
ο Νίτσε, ο Φρόιντ,
ο Γιάσπερς, ο Χάιντεγκερ και ο
Τόινμπι θα μπορούσαν πολύ
δύσκολα να αρνηθούν.

Ένα άλογο με μπλεπράσινα μάτια - Τσαρλς Μπουκόφσκι

Ένα άλογο με μπλεπράσινα μάτια - Τσαρλς Μπουκόφσκι

βλέπεις αυτό που βλέπεις:
τα τρελάδικα σπανίως
επιδεικνύονται.

πως βαστάμε ακόμα και
ξυνόμαστε και ανάβουμε
τσιγάρα

είναι κάτι παραπάνω από θαύμα

κάτι παραπάνω
απ' τις λουόμενες καλλονές
από τα ρόδα και τον σκώρο.

να κάθεσαι σ' ένα καμαράκι,
και να πίνεις μπύρα
και να στρίβεις τσιγάρο
ακούγοντας Μπραμς
από ένα μικρό κόκκινο ραδιόφωνο

είναι σαν να έχεις βγει
ζωντανός
από μια ντουζίνα πολέμους
ακούγοντας τον ήχο
του ψυγείου

καθώς οι λουόμενες καλλονές σαπίζουν

και τα πορτοκάλια και τα μήλα
κατρακυλούν και πάνε.