Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Η γιαγιά μου η Αθήνα κι άλλα κείμενα – Κώστας Ταχτσής

Η γιαγιά μου η Αθήνα κι άλλα κείμενα – Κώστας Ταχτσής

[...]

Εκείνο το μεσημέρι του μίλησα για την υποχρέωση που είχε να κάνει μία δήλωση διαμαρτυρίας. Δεν ήμουν βέβαια ο μόνος. Όλοι τον πίεζαν. Μα ο Σεφέρης δίσταζε. <<Μα μπρε Ταχτσή>>, μου λέει, <<πιστεύεις και συ σ’ αυτά τα πράματα;>> <<Όχι. Αλλά δεν είναι ώρα για τέτοιες μεμψιμοιρίες. Πρέπει να κάνουμε ότι περνάει απ΄το χέρι μας.>> <<Και νομίζεις ότι θα χει κανένα αποτέλεσμα;>> <<Τι διάβολο>>, του λέω. <<Κοτζάμ Νόμπελ. Κι άλλωστε αυτό που έχει σημασία είναι η χειρονομία.>> Αλλ’ ο Σεφέρης εξακολούθησε να διστάζει. Τώρα διαβάζω αυτό το εξαίσιο ποίημα, την Ελένη, εμπνευσμένο απ’ τον Ευρυπίδη – εις γην εναλίαν Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν οικείν Απόλλων – και νομίζω ότι μαντεύω κάτι απ’ τα αισθήματα που πρέπει να τον συνείχαν. Ο Σεφέρης την ήξερε καλά την Ελλάδα, κι ήταν φυσικό να 'χει ενδοιασμούς. Φοβότανε μήπως έφτανε πάλι μία μέρα κάποιος μαντατοφόρος για να πει πως και τούτη τη φορά είχαμε αγωνιστεί <<για ένα πουκάμισο αδειανό>>, για κάτι που <<είδωλον ην>>. Κι ίσως γι’ αυτό να ήταν τόσο βαθιά απογοητευμένος. Το μόνο που ποθούσε πια ήταν να τον αφήσουν να πεθάνει ήσυχός στην Ελλάδα. Γι’ αυτό κι όταν πήγε στην Αμερική τέλη του ’68, κι οι διαμαρτυρίες των αμερικανών φοιτητών τον έκαναν να υπερνικήσει τους τελευταίους δισταγμούς του, περίμενε να επιστρέψει πρώτα, κι ύστερα να μιλήσει, επειδή φοβόταν μήπως αν μιλούσε στο εξωτερικό, του απαγόρευαν την είσοδο. Κι έκανε τότε εκείνη τη δήλωση που μας συγκλόνισε όλους μας, κι έδωσε κουράγιο στους νέους να συνεχίσουν τον αγώνα που είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα, και σε μερικούς πνευματικούς ανθρώπους το σύνθημα να κάνουν επιτέλους κι αυτοί το καθήκον τους. Έτσι πέρασαν άλλα δύο χρόνια, και μια μέρα, τέλη Αυγούστου ήταν, έμαθα, στην Αμοργό όπου περνούσα τις διακοπές μου, ότι ήταν πολύ άρρωστος.

[...]


Aπόσπασμα από το 'Η γιαγιά μου η Αθήνα και άλλα κείμενα' του Κώστα Ταχτσή

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Aπολογία ενός αργόσχολου - Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον

Aπολογία ενός αργόσχολου - Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον

Σε μία εποχή όπως η σημερινή, όταν οι πάντες είναι αναγκασμένοι, υπό την απειλή της ερήμην καταδίκης τους στην ποινή της ανυποληψίας, να μπουν σε κάποιο προσοδοφόρο επάγγελμα και στο πλαίσιο του να μοχθήσουν επιδεικνύοντας κάτι που δεν απέχει πολύ από τον ενθουσιασμό, η φωνή της αντίπαλης πλευράς, που είναι ικανποιημένη με τα λίγα και ευχαριστημένη όταν μπορεί να περιεργάζεται από απόσταση τα πράγματα και να τα απολαμβάνει, αποπνέει ένα είδος κομπασμου και περιαυτολογίας - και αντιμετωπίζεται αναλόγως. Κι όμως δεν θα έπρεπε να είναι έτσι.

Η λεγόμενη <<φυγοπονία>> - η οποία δεν συνίσταται στην απραξία, αλλά σε μία ενεργητικότητα που δεν αναγνωρίζεται από το δογματικό τυπικό της καθεστηκύιας τάξης - έχει, εξίσου με την εργατικότητα, το δικαίωμα να διακηρύξει τις αρχές της. Έστω ότι δεχόμαστε πως η παρουσία ανθρώπων που αρνούνται να ποντάρουν έξι πένες στη μεγάλη κούρσα χάντικαπ αποτελεί προσβολή και απογοήτευση για όσους είναι έτοιμοι να στοιχηματίσουν. Ένας άξιος άντρας (γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί τέτοιοι) παίρνει την απόφαση, ποντάρει έξι πένες και, όπως θα έλεγαν εμφατικά και οι Αμερικανοί, <<τα δίνει όλα>>. Και καθώς ένας τέτοιος άνθρωπος οργώνει ιδρώνοντας τους δρόμους, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε την αγανάκτηση του όταν διακρίνει, στα λιβάδια που απλώνονται στο βάθος, ατάραχες μορφές, ξαπλωμένες στη σκιά, μ' ένα μαντίλι στο κεφάλι κι ένα ποτήρι στο χέρι. Ο Αλέξανδρος είχε θιχτεί πολύ βαθιά από την αδιαφορία του Διογένη. Όσο για τη δόξα στην οποία απέβλεπαν εκείνοι οι θορυβώδεις βάρβαροι που κατέλαβαν τη Ρώμη, αυτή πήγε περίπατο από τη στιγμή που, εισβάλλοντας στη Σύγκλητο, είδαν τους Πατρικίους να κάθονται σιωπηλοί και εντελώς ασυγκίνητοι από το κατόρθωμά τους.

Είναι πικρό να έχεις μοχθήσει, να έχεις αναρριχηθεί σε απόκρημνους λόφους και, όταν πια έχεις ολοκληρώσει την προσπάθεια, να ανακαλύπτεις ότι η ανθρωπότητα αδιαφορεί για το επίτευγμά σου. Εξ ου και οι φυσικοί καταδικάζουν τους αδαείς περί την επιστήμη τους, οι κεφαλαιούχοι ελάχιστα ανέχονται όσους δεν κατέχουν τα μυστικά των επενδύσεων, οι εγγράμματοι απεχθάνονται τους αναλφάβητους και οι άνθρωποι που έχουν στόχους συνανσπίζονται για να κακολογήσουν εκείνους που δεν έχουν κανένα.

Απόσπασμα (αρχή) από 'Απολογία ενός αργόσχολου' - Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Η τέχνη του να γίνεσαι βαρετός με τις ταξιδιωτικές σου αφηγήσεις - Ματίας Ντεμπιρό

Η τέχνη του να γίνεσαι βαρετός με τις ταξιδιωτικές σου αφηγήσεις - Ματίας Ντεμπιρό

[...]

Να ταξιδεύει κανείς δεν είναι πλέον ακριβώς ούτε προνόμιο ούτε ηρωική πράξη. Ωστόσο πάντα κάποιο μικρόφωνο θα βρεθεί για να συλλέξει τις τερατολογίες του μπακαλόγατου με το πεντάτσεπο μπουφάν. Υπερβολική δόση από διηγήσεις είτε στη δημόσια είτε στην ιδιωτική ζωή, είναι κάτι που προσφέρεται για εντυπωσιακά νούμερα ψευτοπαλικαριάς και ηθικολογίας. Από το νεαρό ζευγάρι που προτίμησε αντί για δώρα γάμου έναν γύρο του κόσμου ως τον Πάντσο Βίγια της σάλσα με το αμάνικο μπλουζάκι που τραγουδάει το κύκνειο άσμα της νοτιοαμερικάνικης εκστρατείας του, το μαρτύριο της ταξιδιωτικής αφήγησης εμφανίζει τεράστια γκάμα. Το καινούριο παιχνιδάκι είναι η επινόηση κάποιου ειδικού ενδιαφέροντος ως άλλοθι ώστε να μη θεωρείσαι απλός τουρίστας. Ο ψευτοεξερευνητής που καμαρώνει στον καθρέφτη μ' όλα του τα φτερά είναι χίλιες φορές πιο επικίνδυνος από τον κοινό τουρίστα με το χαμηλό προφίλ. Αλλά, όπως λέει και ο χιουμορίστας Edward Dahlberg, ¨ολα αυτά τα τρωκτικά δεν βράζουν, άραγε, στο ίδιο καζάνι; << Όταν κάποιος συνειδητοποιεί πως η ζωή του δεν έχει πλέον νόημα, είτε αυτοκτονεί είτε το ρίχνει στα ταξίδια>>.
[...]

Απόσπασμα από το 'Η τέχνη του να γίνεσαι βαρετός με τις ταξιδωτικές σου αφηγήσεις' - Ματίας Ντεμπιρό (Matthias Debureaux)