Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

1984 - Tζορτζ Όργουελ

1984 - Tζορτζ Όργουελ

[...]

<<'Ακου. Όσο πιο πολλούς είχες, τόσο πιο πολύ σ' αγαπώ. Καταλαβαίνεις;>>
<<Ναι, πολύ καλά>>.
<<Μισώ την αγνότητα, μισώ την καλοσύνη. Δε θέλω να υπάρχει πουθενά καμία αρετή. Θέλω να είναι όλοι διεφθαρμένοι ως το κόκαλο>>.
<<Τότε είμαι ό,τι πρέπει, αγάπη μου. Είμαι διεφθαρμένη ως το κόκαλο>>.
<<Σ' αρέσει να το κάνεις; Δεν εννοώ με μένα, εννοώ την ίδια την πράξη.>>
<<Τρελαίνομαι>>.

Αυτό ήταν πάνω απ' όλα ό,τι ήθελε ν'ακούσει. Όχι απλώς και μόνο την αγάπη μ' ένα πρόσωπο, αλλά το ζωώδες ένστικτο, τον απλό αδιαφοροποίητο πόθο: αυτή ήταν η δύναμη που θα εξόντωνε το Κόμμα. Την έσφιξε πάνω στο χορτάρι ανάμεσα στους πεσμένους υάκινθους. Αυτή τη φορά δεν είχε καμιά δυσκολία. Όταν η ανάσα τους ξαναβρήκε τον κανονικό της ρυθμό, χώρισαν μέσα σε μιαν ηδονική κούραση. Ο ήλιος είχε γίνει πιο ζεστός. Νύσταζαν και οι δύο. Με το χέρι του έφτασε τη φόρμα της που είχε πετάξει και την έριξε επάνω της. Σχεδόν αμέσως κοιμήθηκαν. Κοιμήθηκαν κάπου μισή ώρα.

Ο Γουίνστον ξύπνησε πρώτος. Κάθισε και κοίταξε το γεμάτο φακίδες πρόσωπο που κοιμόταν ακόμα ήρεμα ακουμπισμένο στην παλάμη της. Εκτός από το στόμα της, δεν μπορούσες να την πεις όμορφη. Όταν την κοίταζες από κοντά, ξεχώριζαν μια δυο ρυτίδες γύρω από τα μάτια. Τα κοντά μαλλιά της ήταν πολύ πυκνά και απαλά. Σκέφτηκε πως δεν ήξερε ακόμα ούτε το επίθετό της ούτε τη διεύθυνση της.

Το νεανικό σφριγηλό σώμα της, παραδομένο στον ύπνο, ξύπνησε μέσα του ένα αίσθημα οίκτου και προστασίας. Αλλά η αυθόρμητη τρυφερότητα που είχε νιώσει γι' αυτήν κάτω από τη φουντουκιά, την ώρα που τραγουδούσε η τσίχλα, δεν του ξαναήρθε ολότελα. Τράβηξε τα ρούχα της και κοίταξε τις λευκές απαλές λαγόνες της. Τον παλιό καιρό, σκέφτηκε, ένας άντρας κοίταζε το κορμί μιας γυναίκας, έβλεπε ότι ήταν ελκυστικό, και η ιστορία τελείωνε εκεί. Τώρα, όμως, δεν μπορούσες να νιώσεις καθαρό πόθο ή αγάπη. Κανένα αίσθημα δεν ήταν καθαρό, γιατί ήταν ανακατωμένο με το φόβο και το μίσος. Το αγκάλιασμά τους ήταν μάχη, η ηδονή που ένιωσαν νίκη. Ήταν ένα χτύπημα ενάντια στο Κόμμα. Ήταν μια πολιτική πράξη.

[...]

[...]

Σταμάτησε και συνέχισε με πιο ευγενικό ύφος:

<<Προοδεύεις. Διανοητικά, πολύ λίγο σου λείπει για να είσαι εντάξει. Συναισθηματικά μόνο δεν εχεις σημειώσει πρόοδο. Πες μου, Γουίνστον - και πρόσεχε όχι ψέματα! Ξέρεις πως μπορώ ν' ανακαλύπτω πάντα το ψέμα - πες μου, ποια είναι τα αληθινά σου αισθήματα για τον Μεγάλο Αδελφό;>>
<<Τον μισώ!>>
<<Τον μισείς. Ωραία. Τότε, έφτασε η ώρα να κάνεις το τελευταίο βήμα. Πρέπει ν' αγαπήσεις τον Μεγάλο Αδελφό. Δεν αρκεί να τον υπακούς. Πρέπει να τον αγαπάς>>.

'Αφησε τον Γουίνστον και τον έσπρωξε ελαφρά προς τους φύλακες.
<<Θάλαμος 101>> είπε.


Αποσπάσματα από το '1984' - Tζορτζ Όργουελ

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Για την επέτειο του θανάτου μου - Ουιλ. Στ. Μέργουιν

Για την επέτειο του θανάτου μου - Ουιλ. Στ. Μέργουιν

Χρόνο το χρόνο φτάνει η μέρα
Που οι τελευταίες φλόγες θα κυματίσουν προς τα μένα
Και η σιωπή θα ξεκινήσει
Ακούραστος ταξιδευτής
Σαν την ακτίνα άφωτου αστεριού.

Τότε δεν θ' ανταμώσω
Πια τον εαυτό μου στη ζωή σαν ένα περίεργο ρούχο
Ξαφνιασμένο με τη γη
Και την αγάπη μιας γυναίκας
Και των ανθρώπων την αθλιότητα
Όπως σήμερα που γράφω έπειτα από τρεις μέρες βροχής
Ακούγοντας το κουφαηδόνι και τη βροχή να σταματάει
Και υποκλίνομαι χωρίς να ξέρω σε τι.