Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Καρχαρίες - Γιενς Μπιέρνεμπου


Kαρχαρίες - Γιενς Μπιέρνεμπου

[...]


   "Το βλέπω! Το βλέπω!" φώναζε ο Βέλγος: "Το φλεγόμενο άρμα έρχεται μέσα σ' ένα σύννεφο!"
   Σχεδόν κανένας δεν καταλάβαινε τα λόγια, αλλά όλοι καταλάβαιναν τι εννοούσε, γιατί καθώς φώναζε έδειχνε κατά τον ουρανό. Οι δυό πιάστηκαν χέρι-χέρι κι ο χόρός έγινε τώρα άγριος, εκστατικός. Θά 'λεγε κανείς ότι το πλήρωμα δεν έβρισκε πια το θέαμα αστείο, αλλά είχε αρχίσει να νιώθει δέος. Οπωσδήποτε, οι θεατές είχαν αρκετά σκοτεινή έκφραση, καθώς παρακολουθούσαν αυτό το ξέσπασμα των ποσειδώνιων δυνάμεων, το γεμάτο οράματα και τρέλα.
   Για πολλούς από τους άνδρες του πληρώματος, άλλωστε, δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στην τρέλα και την επαφή με το θείο. Μάγοι, σαμάνοι, νυχτερινά όργια και άγριοι, τελετουργικοί χοροί, δαίμονες και δαιμονομανία ήταν τα φυσικά συστατικά της παιδικής ηλικίας τους. Οι λευκοί ήταν σχεδόν οι μόνοι που δεν είχαν κανένα δεσμό με το υπερφυσικό.
   Το περίεργο ήταν ότι ίσα-ίσα δυο λευκοί είχαν τώρα επαφή, αν όχι με το υπερφυσικό, πάντως με το υποφυσικό, με τα κατώτερα πνεύματα στο βασίλειο του Ποσειδώνα.
   Ο πρώτος υποπλοίαρχος αποσπάστηκε από τη λαβή του λα Φονταίν.
   "Δέστε, θ αναληφθώ ζωντανός στη στρατιά των λυτρωμένων, στις ουράνιες στρατιές, στους αγγέλους, στους αρχαγγέλους, στις θείες δυνάμεις, στον θείο θρόνο, στα σεραφείμ και τα χερουβείμ, ενώ εσείς θα σαπίσετε στα νερά της θάλασσας!"  
   Κουνώντας τα χέρια σαν τεράστιο πουλί, άρχισε να κάνει κύκλους στο κατάστρωμα, επαναλαμβάνοντας ολοένα:
   "Θ' αναληφθώ ζωντανός στους ουρανούς!"
  "Θ' αναλφθεί ζωντανός!" φώναξε ο καμαρότος, αυτή τη φορά στ' αγγλικά. Τους βλέπω ακόμα μπροστά μου και τους δυο, εικόνες της ολοκληρωτικής ρήξης δυο απελπισμένων ανθρώπων με την πραγματικότητα· αυτή ήταν η απάντησή μας στις αινιγματικές, ακατάληπτες συνθήκες της ύπαρξής μας. Κι οι δυο τους, μέσα στην αρχέγονη, στη στοιχειακή, διάστροφη μοναξιά τους δεν είχαν να χάσουν τίποτ' άλλο έξω από το λογικό τους, και τώρα το είχαν χάσει.
   "Στη θεία βασιλεία, την Ημέρα της Κρίσεως!" φώναξε ο υποπλοίαρχος κι έμεινε ακίνητος. Έπειτα έκανε κάτι που μόνο ένας ναυτικός μπορεί να κάνει: άρπαξε με το ένα χέρι τα ξάρτια και με την ευκολία ενός πιθήκου σκαρφάλωσε στο παραπέτο. Στάθηκε εκεί πάνω όρθιος, δυο μέτρα ψηλός, γυμνός ασπριδερός και τριχωτός.
   Άφησε το ξάρτι, άπλωσε τα χέρια προς τον ουρανό και μ' όλη τη δύναμη των πνευμόνων του έβγαλε ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό, γεμάτο πόνο. Έπειτα πέταξε.
    Δυο ουρές μαστίγωσαν τον αφρό, ένα πτερύγιο έσκισε την επιφάνεια της θάλασσας. Μια άσπρη, μακρουλή κοιλιά άστραψε τον ήλιο.
   Το μεσημέρι ο Πατ, τρέμοντας ακόμα, έστρωσε το τραπέζι για τέσσερις. 

[...]

Απόσπασμα από 'Kαρχαρίες (Ιστορία ενός ναυαγίου)' - Γιενς Μπιέρνεμπου 

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

εσύ όπως λέμε μαζί - Άννα Νιαράκη


εσύ όπως λέμε μαζί - Άννα Νιαράκη

Ξέρω τι μας ενώνει.
Οι γραμμές των χεριών σου φτιάχνουν πεντάγραμμα,
να στριμώχνονται νότες οι ανάσες μας...
Και είναι και αυτές οι μικρές ρωγμές στα χείλη σου
που μέσα τους κρύβεται όλο το νόημα της επιθυμίας.
Εκεί, πίσω από το αυτί σου, συγκεντρώνεται όλος ο χώρος
που χρειάζομαι για να υπάρχω.
Αλήθεια, άλλο χώρο δεν θέλω,
μπορώ να ανασαίνω ήσυχη μες στα μαλλιά σου.
Ξέρω τι μας ενώνει.

Όλα αυτά που μας χωρίζουν από τους άλλους.



από τη ποιητικη συλλογή 'Τετράδιο πειραμάτων' - Άννα Νιαράκη

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Τζάνκι - Ουίλιαμ Μπάροουζ

Τζάνκι - Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ

[...]

   Πολλά έχουν ειπωθεί για την αφροδισιακή δράση του χόρτου. Για κάποιον λόγο οι επιστήμονες είναι απρόθυμοι να αποδεχτούν την ύπαρξη αφροδισιακών ουσιών, οπότε και οι περισσότεροι φαρμακολόγοι ισχυρίζονται πως "δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνηγορούν στην επικρατούσα άποψη πως το χόρτο διαθέτει αφροδισιακή δράση". Μπορώ να πω με σιγουριά πως το σεξ υπό την επήρειά του είναι απολαυστικότερο. Αυτή την άποψη μπορεί να την επιβεβαιώσει ο οποιοσδήποτε έχει χρησιμοποιήσει καλής ποιότητας χόρτο.
   Άλλοι λένε πως αν καπνίζεις χόρτο τρελαίνεσαι. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μια μορφή τρέλας η οποία προκαλείται από την υπερβολική χρήση χόρτου. Αυτή η πάθηση διαφέρει ανάλογα με τις συνθήκες. Προφανώς το χόρτο που διακινείται στις ΗΠΑ δεν είναι αρκετά δυνατό ώστε να σε ξετινάξει και η ψύχωση λόγω χρήσης χόρτου σπανίζει στην Αμερική. Ωστόσο στη Μέση Ανατολή θεωρείται συνηθισμένη. Η ψύχωση που προκαλείται από τη χρήση χόρτου μοιάζει κάπως με τρομώδες παραλήρημα και υποχωρεί αμέσως μετά την επήρεια. Η πιθανότητα να τρελαθεί κάποιος που καπνίζει μερικά γάρα τη μέρα είναι ίδια με αυτή που έχει όποιος πίνει μερικά κοκτέιλ πριν το φαγητό.
   Το εξής, όμως, είναι αλήθεια. Όποιος βρίσκεται υπό την επήρεια χόρτου είναι τελείως ακατάλληλος για να οδηγήσει.

[...]

[...]

   "Ορίστε η κόκα", είπε. "Πρόσεχε γιατί βαράει".
   Άδειασα το φακελάκι της μορφίνης στο κουτάλι και πρόσθεσα λίγο νερό. Καμιά σαρανταριά μιλιγκράμ, σκέφτηκα. Καλύτερα σαράντα παρά εκατό. Κράτησα ένα σπίρτο κάτω από το κουτάλι μέχρι να διαλυθεί η μορφίνη. Η κόκα δεν θέλει ζέσταμα. Πρόσθεσα λίγη κοκαΐνη με την άκρη ενός σουγιά και διαλύθηκε ακαριαία, σαν χιόνι πάνω σε νερό. Έσφιξα μια ξεφτισμένη γραβάτα στο μπράτσο μου. Κοντανάσαινα από έξαψη και τα χέρια μου έτρεμαν.
    "Δεν μου τη βαράς εσύ, Άικ;"
   Ο γέρο-Άικ χτύπησε ελαφρά τη φλέβα με το δάχτυλό του κρατώωντας το σταγονόμετρο σταθερά ανάμεσα στον αντίχειρα και τα υπόλοιπα δάχτυλα. Ο Άικ ήταν επιδέξιος. Ούτε που αισθάθηκα τη βελόνα καθώς έμπαινε στη φλέβα. Σκούρο κόκκινο αίμα ξεχύθηκε μέσα στο σταγονόμετρο.
   "Εντάξει", είπε. "Άσ' τη".
   Χαλάρωσα τη γραβάτα και το σταγονόμετρο άδειασε στη φλέβα μου. Η κόκα με χτύπησε στο κεφάλι. Ταυτόχρονα με την ηδονική ζαλάδα και την ανάταση της κοκαΐνης ένιωσα και την επίδραση της μορφίνης καθώς εξαπλωνόταν ανά κύματα χαλάρωσης στο σώμα μου.
   "Εντάξει ήταν;" ρώτησε χαμογεώντας ο Άικ.
   "Αν ο Θεός έφτιαξε τίποτα καλύτερο, το κράτησε για πάρτη του", είπα.
   Ο Άικ καθάριζε τη βελόνα ρίχνοντας μέσα νερό.
   "Εντάξει", πήρε ένα ανόητο ύφος και είπε, "όταν θα μας φωνάξουν εκεί απάνω, εμείς θα 'μαστε ήδη εκεί, έτσι;"

[...]

Απόσπασμα από το 'Τζάνκι' - Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς - Χρόνης Μίσσιος

...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς - Χρόνης Μίσσιος

[...]

   Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά, για την παρέα. Εσύ ήσουνα τυχερός, πέθανες τότε, και μάλιστα από σφαίρα. Εμείς, ασ' τα, σαν κότες μας σεργιανάγανε από κοτέτσι σε κοτέτσι: Κέρκυρα, Γεντί Κουλέ, Αβέρωφ, Αίγινα, Γυάρο, Αλικαρνασσό, Μακρονήσι, Άι Στράτη... Από γεωγραφία γίναμε ατσίδες, άσ' τα, κι από επαναστατική διαπαιδαγώγηση, που λένε, δεν πήγαμε πίσω... Να δείς αγώνες μελετημένους κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, να σου φύγει το καφάσι. Κάτι απεργίες πείνας τρελές, πέντε λεπτά παράταση στο άνοιγμα των κελιών, για να μας παίρνουν το πρωί και όχι αποβραδίς για εκτέλεση, και άλλα. Τους γαμήσαμε τη μάνα, που λένε.... Τι να σου πω, κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, βρίσκαμε το... επαναστατικό μας περιεχόμενο. Κι από χαφιέδες, άλλο πράμα, τι να σου πω. Περίεργοι άνθρωποι, αλήθεια. Εμείς βέβαια τους είχαμε απομονωμένους, τους βρίζαμε, γενικά τους κάναμε τη ζωή δύσκολη, αλλά αυτοί εκεί, μαζί μας, στη φυλακή, στο ξύλο, στην πείνα, στο εκτελεστικό απόσπασμα, τι να σ' τα λέω... Βέβαια, μετά από κάποια ολομέλεια, άλλοι αποκατασταίνονταν και κάποιοι άλλοι γίνονταν χαφιέδες... Βλέπεις, δεν μπορούσαμε να κάνουμε χωρίς αυτούς, μας είχαν γίνει απαραίτητοι. Χεσ' τα τώρα, τι σε ζαλίζω μ' αυτά, ξέρεις, της κοντής ψωλής, τα μαλλιά της φταίνε...

[...]

[...]

    Τον ξαναβρήκα μετά από δέκα δώδεκα χρόνια στο μεταγωγών του Πειραιά. Πηγαίναμε για εξορία στον Άι-Στράτη. Μόλις μπήκαμε μέσα, με γνώρισε. Κροπότκιν! ακούω  -  όλοι σχεδόν οι ποινικοί έτσι με φώναζαν - δεν ξέρω πως έμαθαν για τον Κροπότκιν, κ από κει και πέρα όλους τους πολιτικούς τους φώναζαν "Κροπότκιν". Κατάλαβα αμέσως πώς κάποιο κουτσάβι ήτανε, που να φανταστώ όμως πως θα 'τανε ο Ζάφτης, εκείνος ήταν περίπου στην ηλικία μου, και θεριό. Όπως έμαθα μετά, το 'χε ρίξει στη σκόνη και ήταν σαν ογδόντα χρονώ... Τέλος, μόλις ταχτοποιηθήκαμε, μας βάλανε βέβαια σε χωριστό κελί, ακούω τον Ζάφτη από δίπλα να φωνάζει: Κύριε χωροφύλαξ! Δεν απαντάει κανείς. Κύριε νοματάρχααααα! Τίποτα. Κύριε διοικητάαααα! Τίποτα. Ρε χαμούρεεεες! Τέλος, με τα πολλά, βγαίνει στο μπαλκόνι ένας αξιωματικός και του λέει, τι είναι πάλι, ρε Ζάφτη, τι θέλεις; Θέλω να μ' ανοίξετε να βγω έξω. Δεν είναι ώρα ακόμα, και σκάσε μην κατέβω κάτω και σε κάνω να ξεράσεις αίμα. Τότε του λέει ο Ζάφτης, κατέβα, μωρή χαμούρα, και θα μου κλάσεις τ' αρχίδι το αριστερό, μωρή κουφάλα! Γυρίζει προς το κελί μας και φωνάζει: Κροπότκιν, το 'πιασες; για να της πονέσει της πουτάνας... Ήθελε να μου πει πως η επιλογή του αριστεριού του αρχιδιού σήμαινε και την... ιδεολογική του τοποθέτηση.

[...]

[...]

Πέτρα, αργιλόχωμα, ένας βράχος φορτωμένος οδύνη και ανθρώπινη ταπείνωση, αγριότητα και ντροπή για κείνους που συγκέντρωσαν εδώ όλα τα κοινωνικά κατακάθια για να "αναμορφώσουν" αυτούς που σε δύσκολους καιρούς εκπροσώπησαν την παλικαριά, την αρετή, την τόλμη και την αγάπη αυτού του λαού για τον τόπο του και την ιστορία του. Το μυαλό μου δεν μπορεί για πολύ να κρατηθεί σ' αυτή την άγρια ιστορική μνήμη, είναι προνόμιο αυτού του τόπου, και στα πιό λιτά τοπία του, να αισιοδοξεί αμετάκλητα, να εξανθρωπίζει. Για μένα που πέρασα τόσα χρόνια στα μπουντρούμια των φυλακών, χωρίς φως και αέρα, χωρίς ορίζοντα, αυτός ο τόπος, το φτωχό χώμα, ο βράχος, ο αέρας, η θάλασσα, ο ήλιος, αυτός ο ορίζοντας, μπαίνουν μέσα μου και με κατακτούν. Σε κάθε ίνα του κορμιού μου εναποθέτουν την αισιοδοξία και την εντολή, ό,τι κι αν γίνει, να παραμείνω παιδί αυτού του τόπου και της ιστορίας του, να παραμείνω άνθρωπος.

[...]

Αποσπάσματα από το "...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς" - Χρόνης Μίσσιος

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Ντομάτα με γεύση μπανάνας - Χρόνης Μίσσιος

Ντομάτα με γεύση μπανάνας - Χρόνης Μίσσιος

[...]

   Ο Μπίλη Τζο, πριν αρχίσει την έρευνα σε μια περιοχή, μελετούσε όχι μόνο την ιστορία της, αλλά και τους μύθους και τους θρύλους του τόπου. Ο μύθος, το λοιπόν, όσος σωζόταν φυσικά, έλεγε πως στα κατάφυτα βουνά της Αρκαδίας, στα δροσερά λαγκάδια και στις γάργαρες πηγές τους, ζούσαν οι πανέμορφες γαλάζιες πεταλούδες που τη νύχτα της πανσελήνου μεταμορφώνονταν σε φιλήδονες, λάγνες νεράιδες. Αυτές μπλέχτηκαν στα τρελά δίχτυα του έρωτα και χάρισαν το μυστικό του ίπτασθαι στους ωραίους εφήβους της περιοχής. Οι θεοί τις τιμώρησαν σκληρά γι' αυτή τνμ αυθαίρετη διατάραξη της φυσικής τάξης - τις καταδίκασαν να στερούνται αιωνίως τον έρωτα, να αυτογονιμοποιούνται και να αυτοαναπαράγονται. Τέτοια μοναξιά. Τι να τις κάνεις τις χάρες και την ομορφιά, όταν δεν μπορείς να τα μοιράζεσαι, να τα χαρίζεις. Πως να ερωτευτείς, πως να λατρέψεις τον εαυτό σου; Εσύ και το είδωλό σου στον καθρέφτη. Τέτοια μοναξιά, να 'χεις τόσα να δώσεις, και να μην υπάρχει κανείς να τα πάρει...
   Οι γαλάζιες πεταλούδες μαζεύτηκαν στις μεγάλες σπηλιές και πέθαναν από το κλάμα. Αρνήθηκαν να ζήσουν χωρίς τη συναισθηματική ηδονή του έρωτα.

[...]

Απόσπασμα από το 'Ντομάτα με γεύση μπανάνας- Χρόνης Μίσσιος

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Πρώτη νύχτα στην Ακρόπολη - Γκρέγκορι Κόρσο

Πρώτη νύχτα στην Ακρόπολη - Γκρέγκορι Κόρσο

Η νύχτα ήταν ωραία
όλα τα φώτα του ουρανού αναμμένα,
η νύχτα ήταν μαύρη ήταν λευκή
και το φεγγάρι σαν το στήθος μιας γυναίκας
που βύζαινε καλά ο Παρθενώνας.

Γρήγορα μέσα κι έξω απ' τις κολόνες
σαν πληγωμένο φάντασμα
τούτο ονειρεύτηκα.
Κι αυτό δεν ήταν όνειρο,
εκείνες οι καρυάτιδες στον ίσκιο του φεγγαριού
εκείνες οι καρυάτιδες
οι καρυάτιδες

Με το πρόσωπο πάνω σ' ένα στύλο έκλαψα
έκλαψα για τον ίσκιο μου
εκείνον τον αγαπημένο πιστό φρουρό
που ήταν ριγμένος πάνω στου κόσμου
το πιο όμορφο πάτωμα.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Το υπόγειο - Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

Το υπόγειο - Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

[...]

«Στις αναμνήσεις κάθε ανθρώπου υπάρχουν πράγματα που δεν τα εμπιστεύεται σ’ όλο τον κόσμο, μα μόνο στους φίλους του. Υπάρχουν άλλα που δεν τα εμπιστεύεται στους φίλους του, και μόλις τα λέγει στον εαυτό του, κι αυτό στα κρυφά. Και τέλος υπάρχουν κι εκείνα που ο άνθρωπος φοβάται να τα ομολογήσει στον ίδιο του τον εαυτό κι αυτού του είδους τα πράγματα μαζεύονται σε αρκετά μεγάλη ποσότητα σε κάθε άνθρωπο καθώς πρέπει. Όσο μάλιστα είναι πιο καθώς πρέπει ο άνθρωπος, τόσο και περισσότερα πρέπει νά 'χει απ’ αυτά τα πράγματα.»

[...]

Απόσπασμα από 'Το υπόγειο' - Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Στοχασμοί - Τσέζαρε Παβέζε

Στοχασμοί - Τσέζαρε Παβέζε

 20

Για να κατέχεις κάτι ή κάποιον, πρέπει να μην του δίνεσαι ολότελα, να μη χάνεις τα μυαλά σου, κοντολογής να παραμένεις υπέρτερος. Όμως είναι νόμος της ζωής να απολαμβάνεις μονάχα εκείνο στο οποίο εγκαταλείπεσαι ολόψυχα. Οι εφευρέτες της αγάπης του Θεού ήξεραν τη δουλειά τους: δεν υπάρχει τίποτε άλλο που και το κατέχεις και το απολαμβάνεις ταυτόχρονα.

23

Οι μεγάλοι ποιητές είναι σπάνιοι, όπως και οι μεγάλοι εραστές. Δεν αρκούν οι θολές λαχτάρες, οι μανίες και τα όνειρα· χρειάζεται το σπουδαιότερο: τα βαρβάτα αρχίδια. Ό,τι μ' άλλα λόγια ονομάζεται: ολύμπιο βλέμμα.


Αποσπάσματα από το "Στοχασμοί" - Τσέζαρε Παβέζε


Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Στο δρόμο - Τζακ Κέρουακ

Στο δρόμο - Τζακ Κέρουακ

[...]

     Κατέβηκαν τα κορίτσια και ξεκινήσαμε για τη μεγαλειώδη μας νύχτα σπρώχνοντας ακόμα μια φορά τ' αμάξι κάτω στο δρόμο. "Γιόχοο! Πάμε!" φώναξε ο Ντην και πηδήσαμε στο πίσω κάθισμα και φύγαμε μεσ' από 'να τράνταγμα σιδερικών για το μικρό Χάρλεμ της Φόλσομ Στρητ.

     Πηδώντας έξω, μέσα στη ζεστή, τρελή νύχτα, ακούσαμε έναν παλαβό σαξοφωνίστα να παίζει και ν' ακούγεται ως έξω το δρόμο, να λέει: "Έι-Α! Έι-Α! Έι-Α!", χτυπώντας τα χέρια του στο ρυθμό ενώ ο κόσμος ξεφώνιζε: "Μπρός, δωσ' του, δωσ' του!". Ο Ντην διέσχιζε κιόλας το δρόμο τρέχοντας με τον αντίχειρα του στον αέρα, φωνάζοντας: "Παίξε, φίλε μου, παίξε!"; Μιά παρέα μαύρων με κοστούμια του σαββατόβραδου κραύγαζαν μπροστά στην πόρτα. Ήταν ένα σαλούν γεμάτο πριονίδι με μιά μικρή εξέδρα όπου ήταν στριμωγμένα παιδιά της ορχήστρας, φορώντας τα καπέλα τους και παίζοντας πάνω απ' τα κεφάλια του κόσμου, ένας παλαβός τόπος· τρελές χοντρές γυναίκες κυκλοφορούσαν πότε-πότε ολόγυρα με τα μπουρνούζια τους, μπουκάλια τσουγκρίζονταν στα δρομάκια. Στο βάθος του σαλούν, σ' ένα σκοτεινό διάδρομο, πιό πέρα απ' τις βρωμερές τουαλέτες, μερικοί έστεκαν όρθιοι ακουμπώντας στον τοίχο, πίνοντας σποντιόντι και φτύνοντας στ' αστέρια - ουίσκυ και κρασί. Ο σαξοφωνίστας με το καπέλο έπαιζε στο ψηλότερο σημείο ένα θαυμάσιο αυτοσχεδιασμό· που πετύχαινε μιά σειρά κρεσέντο και ντεκρελό "Έι-ντί-λι-γιά!" και έπαιζε παρέα στην παταγώδη βροντή των ντραμς, που το δέρμα τους ήταν αυλακωμένο από τα τσιγάρα που άφηναν εκεί πάνω, και που τα σφυροκοπούσε ένας μεγαλόσωμος, κτηνώδης νεγρος μ' ένα ταυρίσιο σβέρκο, που δεν έδινε δεκάρα για τίποτα εκτός από το να τιμωρεί τα εκρηκτικά του τύμπανα, μπαμ, μπαμ-τι-μπουμ, μπαμ.

     Μιά βαβούρα από νότες κι ο σαξοφωνίστας το 'πιασε και όλοι μας ξέραμε πως το 'πιασε. Ο Ντην έσφιγγε το κεφάλι του με τα δυό του χέρια μέσα στο πλήθος κι ήταν ένα πλήθος που παραληρούσε. Όλοι παρακινούσαν τον σαξοφωνίστα, να το κρατήσει και να το πάει έτσι, με κραυγές και φλογισμένα μάτια, κι αυτός ξεδιπλωνόταν και έσκυβε πάλι με το σαξόφωνό του, διαγράφοντας μιά τροχιά πάνω απ' το έξαλλο πλήθος ενώ άφηνε μιά δυνατή στριγγλιά. Μιά νέγρα έξι πόδια ψηλή και κοκαλιάρα βάλθηκε να κουνάει τα κόκαλα της μπροστά στο σαξόφωνο του τύπου κι εκείνος της πέταξε ένα παρατεταμένο, "Έι! έι! έι!".

     Όλοι μας κουνιόμαστε και ουρλιάζαμε. Η Γαλάτεια κι η Μαίρη, με μία μπύρα στο χέρι ήταν όρθιες και χοροπηδούσαν. Παρέες νέγρων έφταναν πατείς με πατώ σε απ' το δρόμο, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο για να μπουν μέσα. "Κράτα το γερά, άνθρωπε!", ούρλιαξε ένας με μιά βραχνή φωνή κι έβγαλε ένα δυνατό βρυχηθμό που πρέπει ν' ακούστηκε σ' όλο το Σακραμέντο, α-αα! "Όυου!", έκανε ο Ντην. Έξυνε το στήθος του, την κοιλιά του, ο ιδρώτας έτρχε απ' το πρόσωπο του. Μπουμ, μπαμ, αυτός ο ντράμερ κοπανούσε τα ντράμς του κάτω στο κελάρι κι ο ήχος απ' τις δολοφονικές μπαγκέτες του ανέβαινε ως επάνω, εκκωφαντικά. Ένας χοντρός τύπος πηδούσε πάνω στην εξέδρα, και την έκανε να βουλιάζει και να τρίζει. "Γιόου!". Ο πιανίστας χτυπούσε δυνατά τα πλήκτρα και με τα ανοιχτά αετίσια δάχτυλά του, παίζοντας ακόρντα, στα διαστήματα που ο μεγάλος σαξοφωνίστας έπαιρνε αναπνοή πριν ξεσπάσει πάλι, -κινέζικα ακόρντα που έκαναν το πιάνο να ανατριχιάζει σε κάθε κομμάτι ξύλου του, σε κάθε χαραμάδα και σύρμα του, μπόινγκ! Ο σαξοφωνίστας πήδησε κάτω απ' την εξέδρα και στήθηκε στη μέση του πλήθους, σαλπίζοντας προς κάθε κατεύθυνση· το καπέλο τού έπεφτε στα μάτια· κάποιος του το 'σπρωξε πίσω. Κράτησε την αναπνοή του και χτύπησε με το πόδι και έβγαλε έναν ήχο βραχνό σαν μούγκρισμα, μετά πήρε ανάσα και σήκωσε ψηλά το σαξόφωνο και έβγαλε έναν ήχο οξύ και δυνατό, που έσκισε τον αέρα. Ο Ντην ήταν ακριβώς απέναντί του, με το πρόσωπο σκυμμένο πάνω στο άνοιγμα του σαξοφώνου, κτυπώντας τα χέρια του, ποτίζοντας με τον ιδρώτα του τα πλήκτρα του σαξοφώνου, κι ο άνθρωπος το πρόσεξε και γέλασε μες στο σαξόφωνό του μ' ένα παρατεταμένο ανατριχιαστικό και τρελό γέλιο κι όλοι γέλασαν μαζί του και κουνιόνταν και κουνιόνταν· και τελικά ο σαξοφωνίστας αποφάσισε να παίξει τον επίλογο του και χαμήλωσε και κράτησε για άρκετή ώρα ψηλά τη νότα του ντο, ενώ όλοι κατέρρεαν μες στην αίθουσα κι οι φωνές δυνάμωναν και είπα πως θα πλακώσουν οι μπάτσοι σαν ακρίδες απ' το πιο κοντινό τμήμα. Ο Ντην βρισκόταν σε έκσταση. Τα μάτια του σαξοφωνίστα ήταν στραμμένα ίσια κατά πάνω του· είχε εκεί ένα παλαβό που όχι μόνο ένιωθε αλλά είχε και την έγνοια και το πάθος να νιώσει ολοένα και περισσότερα απ' αυτά που υπήρχαν και άρχισαν να κάνουν ντουέτο οι δυό τους· και όλα γίνονταν και λέγονταν με το σαξόφωνο, όχι πιά φράσεις, αλλά κραυγές, τίποτα παραπάνω από κραυγές," Μπάουφ!" και πάλι κάτω στο "Μπιπ!" και πάνω στο "Ίιιι!" και κάτω στα μπάσα και πάνω στα πλάγια. Δοκίμασε τα πάντα, πάνω, κάτω, στα πλάγια, πάνω-κάτω, οριζόντια, στις τριάντα μοίρες, και τελικά έπεσε ανάσκελα στα χέρια κάποιου απ' το πλήθος καί έμεινε εκεί κι όλος ο κόσμος σπρωχνόταν γύρω του και ξεφώνιζε: "Ναί! Ναί! Τα κατάφερε να το παίξει". Ο Ντην σκουπιζόταν με το μαντήλι του.

     Μετά ο σαξοφωνίστας σκαρφάλωσε πανω στην εξέδρα και ζήτησε να παίξουν έναν αργό ρυθμό και κοίταζε θλιμμένα έξω απ' την ανοιχτή πόρτα πάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων κι άρχισε να τραγουδάει: "Κλείσε τα μάτια σου". Σ' ένα λεπτό τα πράματα καλμάρησαν. Ο σαξοφωνίστας φορούσε ένα κουρελιασμένο καστόρινο σακάκι, ένα κατακόκκινο πουκάμισο, σχισμένα παπούτσια κι ένα ασιδέρωτο παντελόνι σωλήνα· δεν νοιαζόταν. Έμοιαζε μ' ένα νέγρο Χόσελ. Τα μεγάλα του καστανά μάτια ήταν γεμάτα θλίψη και ο τρόπος που τραγουδούσε αργόσυρτος και με μεγάλες στροχαστικές παύσεις. Αλλά στο δεύτερο ρεφραίν, άναψε και πήδηξε κάτω απ' την εξέδρα, σκύβοντας με το μικρόφωνο στο χέρι. Για να δώσει τον τόνο μιάς νότας, έπρεπε να αγγίξει την άκρη των παπουτσιών του και να ξανασηκωθεί μ' όλο του το κορμί πριν την τραγουδήσει και την έλεγε τόσο δυνατά που τρέκλιζε απ' τον απόηχο και έβρισκε ξανά την ισορροπία του μόνο τη στιγμή που έπρεπε να βγάλει την επόμενη αργόσυρτη νότα. "Μου-ου-ου-ουσική παι-αι-αί-ζει!". Έπεσε πίσω, με το κεφάλι γυρισμένο προς το ταβάνι και το μικρόφωνο κάτω απ' το στόμα. Σείστηκε, ταλαντεύτηκε. Μετά έσκυψε, αφήνοντας σχεδόν το κεφάλι να πέσει πάνω στο μικρόφωνο. "Κά-α-α-αν'το όπως σε όνειρο για να χορέψουμε...", και κοίταξε έξω, στο δρόμο, έχοντας στα χείλη ένα μορφασμό περιφρόνησης, ένα λυπημένο χαμόγελο όπως της Μπίλυ Χόλιντεη..."ενώ πάμε ονειροπω-ω-ωλώντας...", λικνίστηκε από δεξιά στ' αριστερά. "Της αγάπης γιορτή...". Τίναξε το κεφάλι, αηδιασμένος και κουρασμένος απ' τον κόσμο..."Θα μοιάζει..." θα μοιάζει με τι; Όλος ο κόσμος περίμενε· κλαψούρισε: "...εντάξει". Ο πιανίστας έπαιξε ένα ακόρντο. "Έλα, μωρό, δεν έχεις παρά να κλείσει-ει-εις τα όμορφα ματά-α-α-ακια σου..." Τα χείλη του τρέμισαν, μας κοίταξε, τον Ντην κι εμένα με μια έκφραση που έμοιαζε να λέει: λοιπόν, τώρα, τι κάνουμε όλοι μέσα σ' αυτόν τον μαύρο θλιβερό κόσμο; - και μετά έφτασε στο τέλος του τραγουδιού του, και γι' αυτό έπρεπε να γίνουν κάτι λεπτές προεργασίες που κράτησαν τόσην ώρα που θα μπορούσες να στείλεις τηλεγραφήματα σ' όλο τον κόσμο μιά ντουζίνα φορές, μα τι σημασία είχε για τον καθένα; Εφόσον εκεί πέρα ήμασταν για να κλωθογυρίζουμε και να βράζουμε στο ζουμί της φτωχής χαμένης μας ζωής σ' αυτούς τους καταραμένους απ' το Θεό δρόμους του ανθρώπου, όπως το' λεγε και το τραγουδούσε "κλείσε... τα..." και το 'λεγε στραμμένος προς το ταβάνι και πέρα απ' αυτό ως τ' αστέρια και πιο πέρα... "μά-α-α-α-α-τια σου..." κι άφησε την εξέδρα τρεκλίζοντας για να πάει να το σκεφτεί καλά. Κάθισε σε μιά γωνιά με μιά παρέα τύπους, χωρίς ν' ασχοληθεί μαζί τους. Κατέβασε το κεφάλι κι άρχισε να κλαίει. Ήταν ο πιο μεγάλος.

[...]

Απόσπασμα από το 'Στο δρόμο' - Τζακ Κέρουακ

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Η ευτυχία - Τζακ Χίρσμαν

Η ευτυχία - Τζακ Χίρσμαν

Υπάρχει μια ευτυχία, μία
χαρά μες στην ψυχή, που
ζωντανή θάφτηκε μέσα
στον καθένα και ξεχάστηκε.

Δεν είναι κάποιο αστείο στο μπαρ,
ή τρυφερό, βαθύ φιλικό χιούμορ
ή φιλική στοργή
ή ένα μεγάλο, έξυπνο λογοπαίγνιο.

Πρόκειται για τους ζωντανούς επιζώντες
αυτού που συνέβη όταν η ευτυχία
θάφτηκε ζωντανή, όταν
έπαψε πια να κοιτάζει

με τα μάτια του σήμερα, κι ούτε
καν εκδηλώνεται όταν κάποιος
από μας πεθάνει, απομακρυνόμαστε
απλώς από τα πάντα, μόνοι

με ό,τι μας έχει απομείνει,
συνεχίζοντας να είμαστε όντα ανθρώπινα
δίχως να είμαστε ανθρώπινοι,
δίχως την ευτυχία εκείνη.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Ζωή είναι - Καρλ Σόλομον

Ζωή είναι - Καρλ Σόλομον

Ζωή είναι ο Γκάρυ Κούπερ να πολεμά τους Άραβες φορώντας
τη στολή της Λεγεώνας των Ξένων.
Ζωή είναι να διαβάζεις τον Κίρκεγκορ το 1948 στη Βιβλιοθήκη
της 42ης οδού.
Ζωή είναι να τραβάς τον δρόμο σου από τη δεκαετία του 1950
στη δεκαετία του 1960.
Ζωή είναι η μητέρα και οι θείες και οι θείοι και τα ξαδέλφια
και η μνήμη του πατέρα.
Ζωή είναι να μετράς τις αυτοκτονίες και τις ψυχώσεις του τάδε
και του δείνα.
Ζωή είναι ο θυμός, ο θυμός για εκείνους τους υπαρκτούς ή του
φανταστικούς που έγιναν πλούσιοι και πετυχημένοι και χάθηκαν
και σ' άφησαν να σέρνεσαι μες στην απελπισία.
Ζωή είναι το παλιό στυλάκι, καλό για το 1950 μα στο εξής όχι,
του να χαμογελάς και να παριστάνεις τον ευτυχισμένο,
αγνοώντας όλες τις διαθέσεις, ανάμεσα στην απόγνωση
και στην ευτυχία.
Ζωή είναι η ανάλυση των ρημάτων και το βούρτσισμα των δοντιών.
Ζωή είναι να παίζεις Μονόπολι και Σκράμπλ και τένις
και πινγκ-πονγκ και να οδεύεις προς μία νέα κατεύθυνση.
Πάνω απ' όλα, η ζωή είναι απατηλή - όταν γυρίσουν τα περασμένα,
όταν συναντήσεις τους παλιούς έρωτες και τα νέα
μίση και όλα αυτά γίνουν μαλλιά κουβάρια όλα μαζί συνυφασμένα
σε έναν αργαλειό όπου κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει
να κατανοήσει το κυρίαρχο βασικό σχέδιο.


Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Μάλλον ποίημα ερωτικό - Νταϊάν Ντι Πρίμα

Μάλλον ποίημα ερωτικό - Ντάιαν Ντι Πρίμα

Τόσο μεγάλο διάστημα στους δυο μας ανάμεσα
Όταν φιλιόμαστε φιλάμε τους πλανήτες
Καμιά εγγύητητα ποτέ δεν αποκόβει
Τόσο μεγάλο διάστημα στους δυο μας ανάμεσα

Όταν φιλιόμαστε φιλάμε τους πλανήτες
Κι όλος ο αιθέρας γνωρίζει το χέρι σου
Και η σκόνη απ' τον Κρόνο ανατρέπει τη γλώσσα μου
Μας χαϊδεύει τόσο πολύ μαύρο φως

Καμιά εγγύτητα ποτέ δεν μας αποκόβει
Εκτός το στόμα απ' τον ώμο, ο μηρός απ' το μηρό
Εκρηκτικός αέρας χαλαρώνει τον έρωτά μας
Έτσι παραμένει η απόσταση, ο έρωτας είναι ασφαλής.

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Προσωπική θλίψη - Μπομπ Κάουφμαν

Προσωπική θλίψη - Μπομπ Κάουφμαν

Κάθομαι εδώ μονάχος, ήρεμος
με την προσωπική μου θλίψη
απογυμωνμένος απ' τα προσόντα
του διανοητικού ματιού
το όραμα αντεστραμμένο, τελειωμένο,
βλέποντας μόνο τα υπάρχοντα
μέσα απ' τους τοίχους μου,
νιώθοντας τις ρίζες που μ' έπλεξαν
σ' αυτό το άμοιρο ανθρώπινο δέντρο
που χτυπιέμαι για να λευτερωθώ,
γνωρίζοντας πως η επιτυχία
από τούτα τα ξεσπάσματα
θα μετρηθεί
απ' τη μανία
της πτώσης
στην αιώνια ειρήνη,
το τέλος των Πάντων.

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Καρδιά στο κλουβί - Τσάρλς Μπουκόφσκι

Καρδιά στο κλουβί - Τσάρλς Μπουκόφσκι

Φρενίτις στην αγορά.
Πόλεις καίγονται.
Ο κόσμος κλονίζεται και απαιτεί δημοκρατία.
Η δημοκρατία δεν αποδίδει.
Ο χριστιανισμός δεν αποδίδει.
Ούτε η αθεΐα.
Τίποτα δεν αποδίδει.
Εκτός από το όπλο
κι εκείνον που το εξουσιάζει.
Τίποτα δεν αλλάζει.
Οι αιώνες αλλάζουν
κι ο άνθρωπος παραμένει ο ίδιος.
Η αγάπη λυγίζει και διαλύεται.
Το μίσος είναι η μοναδική πραγματικότητα
στις ηπείρους.
Στις ηπείρους και στα δωμάτια δυο ανθρώπων.
Τίποτα δεν αποδίδει εκτός από το όπλο
κι εκείνον που το εξουσιάζει.
'Ολα τ' άλλα είναι θεωρίες.
Φρενίτις στην αγορά.
Πόλεις καίγονται για να ξαναχτιστούν.
Για να ξανακαούν.
Η δημοκρατία δεν αποδίδει.
Ο χριστιανισμός;
Μόνο το όπλο.
Υπάρχει μόνο το όπλο.
Κι αυτός που το εξουσιάζει.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Με κατάνυξη - Ντίνος Χριστιανόπουλος

Με κατάνυξη - Ντίνος Χριστιανόπουλος


Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.

Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζωό,
να μου δώσεις δύναμη να μην είμαι ράκος·
να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.

Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλοτσάς.


Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Ο αναρχικός τραπεζίτης - Φερνάντο Πεσόα

Ο αναρχικός τραπεζίτης - Φερνάντο Πεσόα

[...]

   Πολύ σωστά! Η τυραννία προέρχεται απ' τους θεσμούς κι όχι απ' τους ανθρώπους που τους εκπροσωπούν. Μπορούμε να πούμε πως οι τελευταίοι είναι το εργαλείο που χρησιμοποιούν οι θεσμοί για να ασκήσουν την τυραννία τους, έτσι όπως και το μαχαίρι μπορεί να γίνει το εργαλείο ενός δολοφόνου. Και δε θα μου πείτε βέβαια πως θα ξεφορτωνόμασταν τους δολοφόνους αν ξεφορτωνόμασταν τα μαχαίρια. Κοιτάξτε... ας πούμε πως καταστρέφατε όλους τους καπιταλιστές του κόσμου, μήπως θα καταστρέφατε μ'αυτόν τον τρόπο και το κεφάλαιο; Την επόμενη μέρα  το καφάλαιο θα ήταν στα χέρια άλλων και θα ασκούσε μ' αυτούς την τυραννία του. Αν δεν καταστρέφατε τους καπιταλιστές αλλά το κεφάλαιο, τότε πόσοι καπιταλιστές θα έμεναν;... Λοιπόν;

[...]

Απόσπασμα από το 'Ο αναρχικός τραπεζίτης' - Φερνάντο Πεσόα

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Αυτούς τους έχω βαρεθεί - Βολφ Μπίρμαν


Αυτούς τους έχω βαρεθεί - Βολφ Μπίρμαν

 Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Ευρωπαίους, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.


Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.
Σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Ο ξένος - Αλμπέρ Καμύ


Ο ξένος - Αλμπέρ Καμύ


[...]

      Η συνεδρίαση διακόπηκε. Βγαίνοντας από το δικαστικό μέγαρο γιά ν' ανέβω στο αυτοκίνητο της φυλακής, αναγνώρισα για μιά ελάχιστη στιγμή τη μυρωδιά και το χρώμα μιας καλοκαιριάτικης βραδιάς. Μέσα στο σκοτάδι της κινητής φυλακής μου, ξαναβρήκα έναν έναν, σαν από τα κατάβαθα της κούρασής μου, όλους τους γνώριμους θορύβους μιας πόλης που αγαπούσα και μιας κάποιας ώρας που παλιά μου συνέβαινε να νιώθω ευχαριστημένος. Η φωνή των εφημεριδοπωλών μέσα στη χαλαρή κιόλας ατμόσφαιρα, τα τελευταία πουλιά μέσα στο δημόσιο κήπο, οι φωνές των πλανόδιων πωλητών με τα σάντουιτς, το παραπονιάρικο τρίξιμο των τραμ στις μεγάλες στροφές της πόλης κι αυτός ο συγκεχυμένος θόρυβος του ουρανού πριν πέσει η νύχτα πάνω στο λιμάνι, όλ' αυτά ανάπλαθαν μέσα μου ένα δρομολόγιο τυφλού, ένα δρομολόγιο που το γνώριζα καλά πριν μπω στη φυλακή. Ναι, ήταν η ώρα που πριν από αρκετό καιρό μ' έκανε να νιώθω ευχαριστημένος. Αυτό που με περίμενε τότε, ήταν ένας ύπνος ελαφρός και δίχως όνειρα. Κι όμως κάτι είχε αλλάξει, αφού με την προσμονή της άλλης μέρας, αυτό που ξαναβρήκα ήταν το κελί μου. Λες κι εκείνοι οι γνώριμοι δρόμοι που ήταν χαραγμένοι στους καλοκαιριάτικους ουρανούς μπορούσαν να οδηγήσουν το ίδιο στη φυλακή όσο και σε αθώους ύπνους.

[...]


Απόσπασμα από το 'Ο ξένος' - Αλμπέρ Καμύ

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Πολιτική Ανυπακοή / Ζωή χωρίς αρχές - Χένρυ Ντέϊβιντ Θορώ

Πολιτική Ανυπακοή/ Ζωή χωρίς αρχές - Χένρυ Ντέϊβιντ Θορώ

Πολιτική Ανυπακοή

[...]
   
   Κάθε ψηφοφρία είναι ένα είδος παιχνιδιού, όπως το σκάκι ή το τάβλι, με μιαν ελαφρά ηθική επικάλυψη· ένα παιχνίδι με το δίκαιο και το άδικο, με τα ηθικά ζητήματα - και, όπως είναι φυσικό, συνοδεύεται από στοιχήματα. Ο χαρακτήρας των ψηφοφόρων τίθεται υπό αίρεση. Ψηφίζω στην τύχη, όσο πιο δίκαια νομίζω. Δεν συνιστά όμως για μένα ζήτημα ζωής ή θανάτου η επικράτηση του δίκαιου. Υποχωρώ πρόθυμα στη θέληση της πλειοψηφίας. Κατά συνέπεια, η υποχρέωσή μου δεν υπερβαίνει ποτέ τη λυσιτέλεια. Ψηφίζω πάντα για το δίκαιο, αλλά δεν κάνω τίποτα για αυτό. Και η ψήφος αυτή εκφράζει υποτονικά προς τους άλλους την επιθυμία ότι πρέπει να επικρατήσει το δίκαιο. Ένας σοφός άνθρωπος όμως δεν εγκαταλείπει το δίκαιο στην τύχη, ούτε τρέφει την ελπίδα να το δει να επικρατεί μόνο διαμέσου της δύναμης της πλειοψηφίας. Δεν υπάρχουν μόνο διαμέσου της δύνατης της πλειοψηφίας. Δεν υπάρχουν παρά ψήγματα αρετής εκεί όπου οι άνθρωποι δρουν ως μάζα. Όταν η πλειοψηφία ψηφίσει υπέρ της κατάργησης της δουλείας, θα προβεί σε αυτήν την πράξη διότι η δουλεία θα της είναι αδιάφορη, ή επειδή θα έχει απομείνει ελάχιστη δουλεία για να καταργηθεί με την φήφο της. Οι μόνοι δούλοι τότε θα είναι οι ψηφοφόροι. Η μόνη ψήφος που είναι δυνατόν να επισπεύσει την κατάργηση της δουλείας είναι η ψήφος του ατόμου που διαμέσου της ψηφοφορίας διεκδικεί την ελευθερία του.

[...]

[...]

   Εάν η αδικία είναι μέρος των αναγκαίων τριβών του κυβερνητικού μηχανισμού, αφήστε την να συνεχίσει να αδικεί, διότι ίσως επιτέλους φθαρεί και καταστραφεί. Εάν η αδικία είναι κάποιο ελατήριο, ή τροχαλία, ή σκοινί, ή κοχλίας του μηχανισμού, τότε μπορείτε να σταθμίσετε αν το αντίδοτο δεν είναι χειρότερο από την ασθένεια. Αλλά, εάν απαιτεί από σάς να καταστείτε ο φορέας της αδικίας προς τον συνάνθρωπό σας, τότε ένα έχω να προτείνω: παραβιάστε αμέσως τον νόμο. Αποτρέψτε τις τριβές με την ίδια σας τη ζωή, και σταματήστε τον μηχανισμό. Διότι αυτό που οφείλω να κάνω είναι να εξετάσω, όποιο και αν έιναι το τίμημα, εάν συναινώ και εγώ ο ίδιος στην αδικία την οποία καταδικάζω.

[...]


Αποσπάσματα από το 'Πολιτική Ανυπακοή' - Χένρυ Ντέϊβιντ Θορώ

Ζωή χωρίς αρχές

[...]
   Αποκαλούμε αυτόν τον τόπο χώρα της ελευθερίας; Τι αξία έχει να είμαστε ελεύθεροι από τον Βασιλιά Γεώργιο και να συνεχίζουμε να είμαστε σκλάβοι του Βασιλιά Προκατάληψη; Τι σημαίνει να γεννιόμαστε ελεύθεροι και να μη ζούμε ελεύθεροι; Ποια είναι η αξία της οιασδήποτε πολιτικής ελευθερίας, εάν αυτή δεν σημαίνει ταυτόχρονα και ηθική ελευθερία; Είναι ελευθερία το να είμαστε σκλάβοι, ή είναι ελευθερία το να είμαστε ελεύθεροι; Είμαστε ένα έθνος πολιτικών, που μας αφορά μόνον η εξωτερική άμυνα της ελευθερίας. Ενδεχομένων, μόνον τα παιδιά των παιδιών μας θα είναι πραγματικά ελεύθερα. Φορολογούμε τους εαυτούς μας άδικα. Υπάρχει ένα μεγάλο τμήμα από εμάς που δεν αντιπροσωπεύεται. Αυτό είναι φορολόγηση χωρίς εκπροσώπηση. Στρατωνίζουμε στρατεύματα, στρατωνίζουμε τρελούς και όλων των ειδών τα κτήνη ενάντια στους εαυτούς μας. Στρατωνίζουμε τα παχιά μας σώματα επάνω στις φτωχές ψυχές μας, ώσπου τα πρώτα να κατασπαράξουν την ουσία των δευτέρων.
[...]

Απόσπασμα από το 'Ζωή χωρίς αρχές' - Χένρυ Ντέϊβιντ Θορώ

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Bororo - Λένος Χρηστίδης

Bororo - Λένος Χρηστίδης

[...]

   Η συμπαθής κυρία Φωτεινή ήταν ευτυχής που συζητούσε μ' ένα σοβαρό νεαρό, ένα λαμπρό φοιτητή, ένα φέρελπι δημοσιογράφο με τόσα ενδιαφέροντα. Γιατί να της το χαλάσει; Και τι να πει; Ότι είχε κάποια χρόνια να πατήσει στη Σχολή, μόνο έστελνε πού και πού κανέναν να γράψει αντ' αυτού; Ότι η δουλειά του ήταν ένας μη δημιουργικός, μη ευχάριστος, μη βιώσιμος χώρος χωρίς προοπτική; Ότι οι παλιοί φίλοι του είχαν σκορπίσει στις τέσσερις γωνιές της Γης, άλλος παντρεμένος, άλλος χωρίς φρύδια, άλλο χαρακτηρισμένος - από τον περίγυρο του - παθολογική περίπτωση; «Κι ο τέταρτος, Φωτεινή, ανυποψίαστη γλυκιά σαραντάρα από την Κομοτηνή, ο τέταρτος είμαι εγώ». Αυτό θα μπορούσε να πει ο Λάμπρος, αλλά δεν το είπε. Κι έτσι η ώρα κύλησε ευχάριστα και ήρεμα.

[...]

[...]

   Τα ποτήρια γέμιζαν και άδειζαν για να ξαναγεμίσουν. Η Εύη Βιδευή, μετά το σόλο, επέστρεψε στη φυσική της θέση: δεύτερα στον Πανορμίτη Μαλτεζάνο, που είχε κάνει το τσιγαράκι του. Και από κάτω οι αρχηγοί των μεγαλύτερων οικογενειών να κερνάνε ο ένας τον άλλο νταμιτζάνες και να σκάνε πεντοχίλιαρα στο πλατύ μέτωπο του Φοίβου Παπαδόπουλου, του μπασοκιθαρίστα, που είχε και τη διεύθυνση της ορχήστρας. Και κοριτσάκια με τα κυριακάτικά τους να τιτιβίζουν χαρούμενα, μπαίνοντας επικίνδυνα στο θολωμένο πλέον μάτι του Διονύση.

- Αυτά τα κοριτσάκια σε πέντε χρόνια εγώ τα...

   Η φωνή του, ευτυχώς, πνίγηκε αύτανδρη στο γκαζωμένο σόλο αρμόνιο που, απροειδοποίητα, εξαπέλυσε ο Ανεπανάληπτος Τζώνυ Σαλίμοβιτς, ένας Βόσνιος Μουσουλμάνος, που, τρέχα γύρευε πώς βρέθηκε εκεί, πάντως βρέθηκε. Και βρέθηκε να παίζει ακορντάκια, γι' αυτό πλακώθηκε σ' ένα δεκάλεπτο σόλο τσιφτετέλι, κατά τη διάρκεια του οποίου οι ωραιότερες των οικογενειών είχαν αναρριχηθεί στα τραπέζια  τους, ενώ οι μπαμπάδες ή οι σύζυγοι τους καμάρωναν από κάτω, κοιτάζοντας τριγύρω μην τυχόν και χρειαστεί να σκοτώσουν κανέναν που δεν τις καμάρωνε ή που τις καμάρωνε υπερβολικά.

[...]

Απόσπασματα από το 'Bororo' - Λένος Χρηστίδης

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Κρεβάτια τουαλέτες εσύ κι εγώ - Τσαρλς Μπουκόφσκι


Κρεβάτια τουαλέτες εσύ κι εγώ - Τσαρλς Μπουκόφσκι

Σκεφτείτε τα κρεβάτια
που δουλεύτηκαν αμέτρητες φορές
στο γαμήσι,
στο θάνατο.

Σ’ αυτόν τον τόπο
κάμποσοι γαμούμε πιο πολύ
παρά πεθαίνουμε
μα οι περισσότεροι πεθαίνουμε
πιο καλά
απ ‘ ό,τι γαμούμε.
Πεθαίνουμε αργά- αργά, τρώγοντας παγωτό σε πάρκα
ή
σε ίγκλου
παράνοιας
ή σε ψάθες
ή πάνω σε ξέμπαρκες αγάπες
ή
ή
:κρεβάτια, κρεβάτια, κρεβάτια.
:τουαλέτες, τουαλέτες, τουαλέτες.

Το ανθρώπινο αποχετευτικό σύστημα
του κόσμου η μεγαλύτερη ανακάλυψη.

Και μ’ ανακάλυψες
και σ΄ ανακάλυψα
κι είναι γι’ αυτό που δεν μπορούμε
να τα βρούμε πια
σ’ ετούτο το κρεβάτι.

‘Ησουν η μεγαλύτερη ανακάλυψη
του κόσμου,
ώσπου μου τράβηξες
το καζανάκι.
Τώρα είναι η σειρά σου
να περιμένεις το τράβηγμα.
Κάποιος θα σου το κάνει,
Σκύλα.
Κι αν δε βρεθεί κανένας,
θα το τραβήξεις μοναχή σου:
μέσα στα πράσινα,
μέσα στα κίτρινα,
μες στ’ άσπρα,
στα μωβιά σου
αντίο.

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων - Λούις Κάρολ


Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων - Λούις Κάρολ

[...]

   Ο Γάτος, βλέποντας την Αλίκη, απλώς χαμογέλασε. Καλοσυνάτος φαίνεται, σκέφτηκε εκίνη. Ωστόσο, δεν έπαυε να έχει πολύ μακριά νύχια και μπόλικα δόντια, οπότε η Αλίκη σκέφτηκε ότι έπρεπε να του φερθεί με σεβασμό.
    << Ψιψίνε του Τσέσαϊρ>>, άρχισε κάπως δισταχτικά, μιας και δεν ήταν βέβαιη ότι θα του άρεσε η προσφώνηση· εκείνος όμως χαμογέλασε λιγάκι πιο πλατιά. <<Για την ώρα είναι ευχαριστημένος>>, σκέφτηκε η Αλίκη και συνέχισε, <<Θα μου πεις σε παρακαλώ, ποιό δρόμο να πάρω;>>
   <<Αυτό εξαρτάται άμεσα από το που θες να πας>>, είπε ο Γάτος.

   <<Δεν με πολυνοιάζει που θα πάω...>> είπε η Αλίκη.
   <<Τότε, δεν έχει σημασία ποιό δρόμο θα πάρεις>>, είπε ο Γάτος.
   <<...αρκεί να πάω κάπου>>, πρόσθεσε η Αλίκη σαν διευκρίνιση.
   << Α, αυτό θα γίνει οπωσδήποτε>>, είπε ο Γάτος, <<αρκεί να περπατήσεις αρκετά>>.

[...]

Απόσπασμα από το 'Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων' - Λούις Κάρολ



Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Ο φτωχούλης του θεού - Νίκος Καζαντζάκης


Ο φτωχούλης του θεού - Νίκος Καζαντζάκης

[...]

 - Αρχοντόπουλο μου, είπα, να με συμπαθάς· ένα ήθελα να σε ρωτήσω, ετούτο: τρώς, πίνεις είσαι ντυμένος στο μετάξι, τραγουδάς κάτω από τα παραθύρια, γλέντι η ζωή σου· τίποτα λοιπόν δε σου λείπει;
      Ο νέος στράφηκε απότομα, αναμέρισε βίαια το μπράτσο, να μην τον αγγίξω.
- Τίποτα δε μου λείπει, αποκρίθηκε πεισματωμένος· γιατί με ρωτάς; Δε θέλω να με ρωτούν.
      Έδεσα κόμπο την καρδιά μου.
- Γιατί σε λυπούμαι αρχοντόπουλό μου, αρχοντόπουλό μου, του αποκρίθηκα.
      Ο νέος να το ακούσει, τίναξε με αλαζονεία το κεφάλι:
- Εμένα; Είπε, εσυ;! - και γέλασε.
     Μα σε λίγο, χαμηλώνοντας τη φωνή του:
- Γιατί με λυπάσαι, γιατί; Ρώτησε λαχανιασμένος.
     Δεν αποκρίθηκα.
- Γιατί; Ξαναρώτησε.
     Έσκυψε, με κοίταξε στα μάτια.
- Ποιός είσαι ντυμένος σα ζητιάνος; ποιός; Ποιός σ' έπεψε να με βρεις, εδώ στους δρόμους της Ασίζης τα μεσάνυχτα;
     Αγρίεψε:
- Μολόγα την αλήθεια! κάποιος σε στέλνει, ποιός;
     Και μην παίρνοντας απόκριση:
- Τίποτα δε μου λείπει! έκαμε χτυπώντας το πόδι του στη γης, δε θέλω να με λυπούνται· θέλω να με ζηλεύουν. Ναι, ναι, τίποτα δε μου λείπει!
- Τίποτα; έκαμα, μήτε ο ουρανός;
     Έσκυψε το κεφάλι, σώπασε· και σε λίγο:
- Πολύ αψηλά 'ναι ο ουρανός, δεν τον φτάνω
·καλή 'ναι η γης, περίκαλη, κοντά μου!
- Δεν υπάρχει πράμα πιο κοντά μας από τον ουρανό· η γης είναι κάτω από τα πόδια μας και την πατούμε· ο ουρανός είναι μέσα μας.
     Το φεγγάρι είχε αρχίσει να χαμηλώνει, λίγα άστρα στον ουρανό· ανάρια ακούγονταν κοι καντάδες, όλο πάθος, από τις αλαργινές γειτονιές· ήταν γεμάτος ο νυχτερινός ετούτος καλοκαιριάτικος αέρας μυρωδιές κι έρωτα. Κάτω η πλατεία βουίζε.
- Ο ουρανός είναι μέσα μας, αρχοντόπουλό μου, ξανάπα εγώ.
- Πως το ξέρεις; με ρώτησε και με κοίταξε αλαφιασμένος.
- Πείνασα, δίψασα, πόνεσα - το 'μαθα.

[...]

Απόσπασμα από το 'Ο φτωχούλης του θεού' - Νίκος Καζαντζάκης




Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Κανείς δεν θα γλιτώσει - Κατερίνα Γώγου

Κανείς δεν θα γλιτώσει - Κατερίνα Γώγου

Κανείς δε θα γλιτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θάχει
ούτε μισό μισοσβησμένο Όχι.
Θα βουλιάζουμε - βουλιάζουμε -
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
από διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
κι ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ.


Από το 'Ιδιώνυμο'

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Τι σημαίνει για μένα η ζωή/ Πώς έγινα σοσιαλιστής - Τζακ Λόντον

Τι σημαίνει για μένα η ζωή/Πώς έγινα σοσιαλιστής - Τζακ Λόντον


Τι σημαίνει για μένα η ζωή

[...]

Αυτή είναι η προοπτική μου. Προσβλέπω σε μια εποχή που ο άνθρωπος θα προοδεύει βασισμένος σε κάτι πιο σημαντικό και υψηλό από το στομάχι του, όταν θα υπάρχει ένα ευγενέστερο κίνητρο που θα παρακινεί τους ανθρώπους σε δράση από το κίνητρο του εδώ και τώρα, από το κίνητρο, δηλαδή, του στομαχιού. Διατηρώ την πίστη μου στην ευγένεια και την ηθική ανωτερότητα του ανθρώπου. Πιστεύω ότι η πνευματική καλοσύνη και η ανιδιοτέλεια θα επικρατήσουν, εκτοπίζοντας τη χυδαία βουλιμία του σήμερα. Και, εν κατακλείδι, πιστεύω στην εργατική τάξη. Όπως είχε πει κάποιος Γάλλος, «η σκάλα του χρόνου αντηχεί από τα ξυλοπάπουτσα που ανεβαίνουν και από τις γυαλισμένες μπότες που κατεβαίνουν».


Απόσπασμα (φινάλε) από το 'Τι σημαίνει για μένα η ζωή' - Τζακ Λόντον.


Πώς έγινα σοσιαλιστής

[...]

Συνάντησα εκεί άντρες κάθε λογής, πολλοί από τους οποίους ήταν εξίσου καλοί με μένα, αλλοτινά ΞΑΝΘΑ ΚΤΗΝΗ - ναυτικούς, στρατιώτες, εργάτες, όλους ρημαγμένους, παραμορφωμένους, διαλυμένους από τον κάματο, τις κακουχίες, τα ατυχήματα, που τα αφεντικά τους τούς είχαν παραπετάξει σαν γέρικα παλιάλογα. Σύρθηκα πλάι τους στα πεζοδρόμια, χτύπησα μάταια ξένες πόρτες, τουρτούρισα μαζί τους σε έρημα βαγόνια και παγκάκια πάρκων, ακούγοντα ιστορίες από τη ζωή τους που άρχιζαν με προοπτικές λαμπρές όπως και οι δικές μου, με σωματική κατάσταση και αντοχές ίδιες και καλύτερες από τις δικές μου, και κατέληγαν εκεί, μπροστά στα μάτια μου, στον θλιβερό πάτο του Κοινωνικού Βάραθρου.

Και καθώς τους άκουγα, το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει. Η γυναίκα του δρόμου και ο άντρας του περιθωρίου βρίσκονταν πολύ κοντά μου. Η εικόνα του Κοινωνικού Βάραθρου σχηματίστηκε ολοζώντανη μπροστά μου, σαν να ήταν κάτι χειροπιαστό˙ και τους είδα στα έγκατα του Βάραθρου˙ και είδα και μένα, λίγο πιο πάνω απ' αυτούς, όχι πολύ ψηλότερα, γαντζωμένο στα γλιστερά του τοιχώματα, να κρατιέμαι μονάχα χάρη στη δύναμη και τον ιδρώτα μου. Και ομολογώ πως με κατέλαβε φρίκη. Κι αν η δύναμη μου εξασθενούσε; Τι θα γινόταν όταν δεν θα ήμουνα πια σε θέση να δουλέψω δίπλα σε άντρες δυνατούς που σήμερα ήταν ακόμα αγέννητοι; Και τότε πήρα έναν μεγάλο όρκο, που πήγαινε κάπως έτσι: Όλη μου τη ζωή δούλεψα σκληρά με το κορμί μου και παρά τις μέρες που έχω δουλέψει βρίσκομαι πιο κοντά στον πάτο του βαράθρου. Θα αναρριχηθώ έξω απ' το βάραθρο, αλλά όχι με τους μυς του κορμιού μου. Δεν θα ξανακοπιάσω σε σκληρές δουλειές. Να με κάψει ο θεός αν ξαναδουλέψω σκληρά έστω και μία μέρα με το κορμί μου, εκτός κι αν είμαι απόλυτα αναγκασμένος να το κάνω. Και από τότε βάλθηκα να αποφεύγω με κάθε τρόπο τη σκληρή δουλειά.

[...]


Απόσπασμα από το 'Πως έγινα σοσιαλιστής' - Τζακ Λόντον

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Ο αποτυχημένος - Τόμας Μπέρνχαρντ

Ο αποτυχημένος - Τόμας Μπέρνχαρντ

[...]

Η βάση εκκίνηση μας είναι πάντοτε μόνο το ότι δεν ξέρουμε τίποτε για το οτιδήποτε και ούτε έχουμε ιδέα απ' αυτό, μου είπε, σκέφτηκα. Ήδη, μόλις κάτι πλησιάζουμε, πνιγόμαστε μες στο τερατώδες υλικό που είναι στη διάθεσή μας σε όλους τους τομείς, αυτή είναι η αλήθεια, μου είπε, σκέφτηκα. Και, μολονότι το ξέρουμε αυτό, προσεγγίζουμε συνεχώς τα λεγόμενα πνευματικά μας προβλήματα, μπλεκόμαστε με το ανέφικτο: να γεννήσουμε ένα πνευματικό προϊόν. Αυτό είναι παραφροσύνη!, μου είπε, σκέφτηκα. Είμαστε θεμελιωδώς ικανοί για όλα και αποτυγχάνουμε εξίσου θεμελιωδώς σε όλα, μου είπε, σκέφτηκα.

Σε μια μοναδική επιτυχημένη ρήση συρρικνώνονται οι μεγάλοι μας φιλόσοφοι, οι μεγαλύτεροι μας ποιητές, μου είπε, σκέφτηκα, αυτή είναι η αλήθεια, συχνά θυμόμαστε μόνο μια λεγόμενη φιλοσοφική απόχρωση, τίποτε άλλο, μου είπε, σκέφτηκα. Μελετούμε ένα τερατώδες έργο, λόγου χάρη το έργο του Καντ, και με τον καιρό το έργο αυτό συρρικνώνεται στο μικρό ανατολικοπρωσικό μυαλό του Καντ και σε έναν πέρα για πέρα θολό κόσμο νύχτας και ομίχλης, που καταλήγει στην ίδια ανημπόρια όπως όλοι οι άλλοι, μου είπε, σκέφτηκα. Είχε θελήσει να είναι ένας κόσμος της τερατωδίας και απέμεινε μια γελοία λεπτομέρεια, μου είπε, σκέφτηκα, όπως συμβαίνει με όλα. Το λεγόμενο μεγάλο περιορίζεται τελικά μόνο στο σημείο στο οποίο νιώθουμε απλώς και μόνο συγκίνηση για τη γελοιότητά του, για την οικτρότητά του. Και ο Σαίξπηρ συρρικνώνεται για μας στη γελοιότητα αν έχουμε καθαρη ματιά, μου είπε, σκέφτηκα.

Οι θεοί μας παρουσιάζονται ήδη από πολύ καιρό μόνο με γενειάδα πάνω στις ζυθοκανάτες μας, μου είπε, σκέφτηκα. Μόνο οι κουτοί θαυμάζουν, μου είπε, σκέφτηκα. Ο λεγόμενος πνευματικός άνθρωπος ξοδεύεται σε ένα έργο που αφήνει εποχή όπως φρονεί, και ωστόσο στο τέλος απλώς και μόνο γελοιοποιείται, είτε ονομάζεται Σοπενχάουερ είτε Νίτσε, αδιάφορο, είτε ήταν ο Κλάιστ είτε ο Βολταίρος, βλέπουμε ένα συγκινητικό άνθρωπο που εκμεταλλέυτηκε το μυαλό του και οδηγήθηκε τελικά στον παραλογισμό. Που ισοπεδώθηκε και ξεπεράστηκε από την ιστορία.

Τους μεγάλους στοχαστές τους έχουμε φυλακίσει στις βιβλιοθήκες μας, και μέσα απ' αυτές μας κοιτάζουν καταδικασμένοι παντοτινά στη γελοιότητα, μου είπε, σκέφτηκα. Νυχθημερόν ακούω τον οδυρμό των μεγάλων στοχαστών που τους έχουμε φυλακίσει στις βιβλιοθήκες μας, αυτούς τους γελοίους μεγάλους του πνεύματος ως συρρικνωμένες κεφαλές πίσω από τις γυάλινες προθήκες, μου είπε, σκέφτηκα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν πιαστεί εσφαλμένα από τη φύση, μου είπε, έχουν διαπράξει το κεφαλαιώδες έγκλημα απέναντι στο πνεύμα, για τούτο τιμωρούνται και για τούτο τους κλείνουμε παντοτινά στις βιβλιοθήκες μας. Γιατί μέσα στις βιβλιοθήκες μας πνίγονται, αυτή είναι η αλήθεια. Οι βιβλιοθήκες μας είναι κατά κάποιον τρόπο σωφρονιστήρια στα οποία έχουμε φυλακίσει τους πνευματικά μεγάλους μας, τον Καντ φυσικά σε ατομικό κελί, όπως τον Νίτσε, όπως τον Σοπενχάουερ, όπως τον Πασκάλ, όπως τον Βολταίρο, όπως τον Μονταίνι, όλους τους πολύ μεγάλους σε ατομικά κελιά, όλους τους άλλους σε ομαδικά κελιά, μα όλους παντοτινά και αιώνια, αγαπητέ μου, για όλο τον καιρό και για όλη την αιωνιότητα, αυτή είναι η αλήθεια. Και αλίμονο αν ένας απ' αυτούς τους μεγάλους εγκληματίες το σκάσει, δραπετεύσει, τότε γίνεται αμέσως τελειωμένος, κατά κάποιον τρόπο, και γελοίος, αυτή είναι η αλήθεια. Η ανθρωπότητα ξέρει να φυλάγεται απ' όλους αυτούς τους λεγόμενους πνευματικά μεγάλους, μου είπε, σκέφτηκα.

Το πνεύμα, όπου και αν εμφανιστει τελειώνει και φυλακίζεται και φυσικά παντότε χαρακτηρίζεται αμέσως μη πνεύμα, μου είπε, σκέφτηκα, καθώς παρατηρούσα το ταβάνι του χώρου υποδοχής. Μα είναι ανόητα όλα όσα λέμε, μου είπε, σκέφτηκα, ό,τι κι αν πούμε είναι ανόητο, και ολόκληρη η ζωή μας είναι μια μοναδική ανοησία. Αυτό το αντιλήφθηκα νωρίς, πριν καλά καλά αρχίσω να σκέφτομαι, το αντιλήφθηκα, λέμε μόνο ανοησίες, όλα όσα λέμε είναι ανοησίες, μα και όλα όσα μας λένε είναι ανοησίες, όπως όλα όσα γενικά λέγονται, στον κόσμο αυτό λέχθηκαν μέχρι τώρα μόνο ανοησίες και, μου είπε, πραγματικά και φυσικά γράφτηκαν μόνο ανοησίες, ό,τι γραπτό κατέχουμε είναι μόνο ανοησία επειδή μπορεί να είναι μόνο ανοησία, όπως αποδεικνύει η ιστορία, μου είπε, σκέφτηκα. Εντέλει κατέφυγα στον αφορισμό, μου είπε, και πραγματικά, όταν κάποιος μια φορά με ρώτησε τι δουλειά κάνω, μου είπε, αποκρίθηκα πως είμαι ειδικός στους αφορισμούς.

[...]

Απόσπασμα από το 'Ο αποτυχημένος' - Τόμας Μπέρνχαρντ.
(Το κείμενο χωρίστηκε σε παραγράφους για ευνόητους λόγους - Το πρωτότυπο είναι μία ενιαία παράγραφος).

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Θα 'θελα - Μπορίς Βιάν

Θα 'θελα - Μπορίς Βιάν

Θα ‘θελα
Θα ‘θελα
Να γίνω μέγας ποιητής
Και με δαφνόφυλλα σωρό
Να με στολίζουν
Να όμως που
Δεν με τραβάνε-όσο πρέπει-τα βιβλία
Και η ζωή μ’ απασχολεί τόσο πολύ
Και τους ανθρώπους αγαπώ τόσο πολύ
Που δε μου είναι μπορετό να γράφω πάντα
Μονάχα περί ανέμων
Και υδάτων.