Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Κρεβάτια τουαλέτες εσύ κι εγώ - Τσαρλς Μπουκόφσκι


Κρεβάτια τουαλέτες εσύ κι εγώ - Τσαρλς Μπουκόφσκι

Σκεφτείτε τα κρεβάτια
που δουλεύτηκαν αμέτρητες φορές
στο γαμήσι,
στο θάνατο.

Σ’ αυτόν τον τόπο
κάμποσοι γαμούμε πιο πολύ
παρά πεθαίνουμε
μα οι περισσότεροι πεθαίνουμε
πιο καλά
απ ‘ ό,τι γαμούμε.
Πεθαίνουμε αργά- αργά, τρώγοντας παγωτό σε πάρκα
ή
σε ίγκλου
παράνοιας
ή σε ψάθες
ή πάνω σε ξέμπαρκες αγάπες
ή
ή
:κρεβάτια, κρεβάτια, κρεβάτια.
:τουαλέτες, τουαλέτες, τουαλέτες.

Το ανθρώπινο αποχετευτικό σύστημα
του κόσμου η μεγαλύτερη ανακάλυψη.

Και μ’ ανακάλυψες
και σ΄ ανακάλυψα
κι είναι γι’ αυτό που δεν μπορούμε
να τα βρούμε πια
σ’ ετούτο το κρεβάτι.

‘Ησουν η μεγαλύτερη ανακάλυψη
του κόσμου,
ώσπου μου τράβηξες
το καζανάκι.
Τώρα είναι η σειρά σου
να περιμένεις το τράβηγμα.
Κάποιος θα σου το κάνει,
Σκύλα.
Κι αν δε βρεθεί κανένας,
θα το τραβήξεις μοναχή σου:
μέσα στα πράσινα,
μέσα στα κίτρινα,
μες στ’ άσπρα,
στα μωβιά σου
αντίο.

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων - Λούις Κάρολ


Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων - Λούις Κάρολ

[...]

   Ο Γάτος, βλέποντας την Αλίκη, απλώς χαμογέλασε. Καλοσυνάτος φαίνεται, σκέφτηκε εκίνη. Ωστόσο, δεν έπαυε να έχει πολύ μακριά νύχια και μπόλικα δόντια, οπότε η Αλίκη σκέφτηκε ότι έπρεπε να του φερθεί με σεβασμό.
    << Ψιψίνε του Τσέσαϊρ>>, άρχισε κάπως δισταχτικά, μιας και δεν ήταν βέβαιη ότι θα του άρεσε η προσφώνηση· εκείνος όμως χαμογέλασε λιγάκι πιο πλατιά. <<Για την ώρα είναι ευχαριστημένος>>, σκέφτηκε η Αλίκη και συνέχισε, <<Θα μου πεις σε παρακαλώ, ποιό δρόμο να πάρω;>>
   <<Αυτό εξαρτάται άμεσα από το που θες να πας>>, είπε ο Γάτος.

   <<Δεν με πολυνοιάζει που θα πάω...>> είπε η Αλίκη.
   <<Τότε, δεν έχει σημασία ποιό δρόμο θα πάρεις>>, είπε ο Γάτος.
   <<...αρκεί να πάω κάπου>>, πρόσθεσε η Αλίκη σαν διευκρίνιση.
   << Α, αυτό θα γίνει οπωσδήποτε>>, είπε ο Γάτος, <<αρκεί να περπατήσεις αρκετά>>.

[...]

Απόσπασμα από το 'Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων' - Λούις Κάρολ



Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Ο φτωχούλης του θεού - Νίκος Καζαντζάκης


Ο φτωχούλης του θεού - Νίκος Καζαντζάκης

[...]

 - Αρχοντόπουλο μου, είπα, να με συμπαθάς· ένα ήθελα να σε ρωτήσω, ετούτο: τρώς, πίνεις είσαι ντυμένος στο μετάξι, τραγουδάς κάτω από τα παραθύρια, γλέντι η ζωή σου· τίποτα λοιπόν δε σου λείπει;
      Ο νέος στράφηκε απότομα, αναμέρισε βίαια το μπράτσο, να μην τον αγγίξω.
- Τίποτα δε μου λείπει, αποκρίθηκε πεισματωμένος· γιατί με ρωτάς; Δε θέλω να με ρωτούν.
      Έδεσα κόμπο την καρδιά μου.
- Γιατί σε λυπούμαι αρχοντόπουλό μου, αρχοντόπουλό μου, του αποκρίθηκα.
      Ο νέος να το ακούσει, τίναξε με αλαζονεία το κεφάλι:
- Εμένα; Είπε, εσυ;! - και γέλασε.
     Μα σε λίγο, χαμηλώνοντας τη φωνή του:
- Γιατί με λυπάσαι, γιατί; Ρώτησε λαχανιασμένος.
     Δεν αποκρίθηκα.
- Γιατί; Ξαναρώτησε.
     Έσκυψε, με κοίταξε στα μάτια.
- Ποιός είσαι ντυμένος σα ζητιάνος; ποιός; Ποιός σ' έπεψε να με βρεις, εδώ στους δρόμους της Ασίζης τα μεσάνυχτα;
     Αγρίεψε:
- Μολόγα την αλήθεια! κάποιος σε στέλνει, ποιός;
     Και μην παίρνοντας απόκριση:
- Τίποτα δε μου λείπει! έκαμε χτυπώντας το πόδι του στη γης, δε θέλω να με λυπούνται· θέλω να με ζηλεύουν. Ναι, ναι, τίποτα δε μου λείπει!
- Τίποτα; έκαμα, μήτε ο ουρανός;
     Έσκυψε το κεφάλι, σώπασε· και σε λίγο:
- Πολύ αψηλά 'ναι ο ουρανός, δεν τον φτάνω
·καλή 'ναι η γης, περίκαλη, κοντά μου!
- Δεν υπάρχει πράμα πιο κοντά μας από τον ουρανό· η γης είναι κάτω από τα πόδια μας και την πατούμε· ο ουρανός είναι μέσα μας.
     Το φεγγάρι είχε αρχίσει να χαμηλώνει, λίγα άστρα στον ουρανό· ανάρια ακούγονταν κοι καντάδες, όλο πάθος, από τις αλαργινές γειτονιές· ήταν γεμάτος ο νυχτερινός ετούτος καλοκαιριάτικος αέρας μυρωδιές κι έρωτα. Κάτω η πλατεία βουίζε.
- Ο ουρανός είναι μέσα μας, αρχοντόπουλό μου, ξανάπα εγώ.
- Πως το ξέρεις; με ρώτησε και με κοίταξε αλαφιασμένος.
- Πείνασα, δίψασα, πόνεσα - το 'μαθα.

[...]

Απόσπασμα από το 'Ο φτωχούλης του θεού' - Νίκος Καζαντζάκης