Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Καρχαρίες - Γιενς Μπιέρνεμπου


Kαρχαρίες - Γιενς Μπιέρνεμπου

[...]


   "Το βλέπω! Το βλέπω!" φώναζε ο Βέλγος: "Το φλεγόμενο άρμα έρχεται μέσα σ' ένα σύννεφο!"
   Σχεδόν κανένας δεν καταλάβαινε τα λόγια, αλλά όλοι καταλάβαιναν τι εννοούσε, γιατί καθώς φώναζε έδειχνε κατά τον ουρανό. Οι δυό πιάστηκαν χέρι-χέρι κι ο χόρός έγινε τώρα άγριος, εκστατικός. Θά 'λεγε κανείς ότι το πλήρωμα δεν έβρισκε πια το θέαμα αστείο, αλλά είχε αρχίσει να νιώθει δέος. Οπωσδήποτε, οι θεατές είχαν αρκετά σκοτεινή έκφραση, καθώς παρακολουθούσαν αυτό το ξέσπασμα των ποσειδώνιων δυνάμεων, το γεμάτο οράματα και τρέλα.
   Για πολλούς από τους άνδρες του πληρώματος, άλλωστε, δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στην τρέλα και την επαφή με το θείο. Μάγοι, σαμάνοι, νυχτερινά όργια και άγριοι, τελετουργικοί χοροί, δαίμονες και δαιμονομανία ήταν τα φυσικά συστατικά της παιδικής ηλικίας τους. Οι λευκοί ήταν σχεδόν οι μόνοι που δεν είχαν κανένα δεσμό με το υπερφυσικό.
   Το περίεργο ήταν ότι ίσα-ίσα δυο λευκοί είχαν τώρα επαφή, αν όχι με το υπερφυσικό, πάντως με το υποφυσικό, με τα κατώτερα πνεύματα στο βασίλειο του Ποσειδώνα.
   Ο πρώτος υποπλοίαρχος αποσπάστηκε από τη λαβή του λα Φονταίν.
   "Δέστε, θ αναληφθώ ζωντανός στη στρατιά των λυτρωμένων, στις ουράνιες στρατιές, στους αγγέλους, στους αρχαγγέλους, στις θείες δυνάμεις, στον θείο θρόνο, στα σεραφείμ και τα χερουβείμ, ενώ εσείς θα σαπίσετε στα νερά της θάλασσας!"  
   Κουνώντας τα χέρια σαν τεράστιο πουλί, άρχισε να κάνει κύκλους στο κατάστρωμα, επαναλαμβάνοντας ολοένα:
   "Θ' αναληφθώ ζωντανός στους ουρανούς!"
  "Θ' αναλφθεί ζωντανός!" φώναξε ο καμαρότος, αυτή τη φορά στ' αγγλικά. Τους βλέπω ακόμα μπροστά μου και τους δυο, εικόνες της ολοκληρωτικής ρήξης δυο απελπισμένων ανθρώπων με την πραγματικότητα· αυτή ήταν η απάντησή μας στις αινιγματικές, ακατάληπτες συνθήκες της ύπαρξής μας. Κι οι δυο τους, μέσα στην αρχέγονη, στη στοιχειακή, διάστροφη μοναξιά τους δεν είχαν να χάσουν τίποτ' άλλο έξω από το λογικό τους, και τώρα το είχαν χάσει.
   "Στη θεία βασιλεία, την Ημέρα της Κρίσεως!" φώναξε ο υποπλοίαρχος κι έμεινε ακίνητος. Έπειτα έκανε κάτι που μόνο ένας ναυτικός μπορεί να κάνει: άρπαξε με το ένα χέρι τα ξάρτια και με την ευκολία ενός πιθήκου σκαρφάλωσε στο παραπέτο. Στάθηκε εκεί πάνω όρθιος, δυο μέτρα ψηλός, γυμνός ασπριδερός και τριχωτός.
   Άφησε το ξάρτι, άπλωσε τα χέρια προς τον ουρανό και μ' όλη τη δύναμη των πνευμόνων του έβγαλε ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό, γεμάτο πόνο. Έπειτα πέταξε.
    Δυο ουρές μαστίγωσαν τον αφρό, ένα πτερύγιο έσκισε την επιφάνεια της θάλασσας. Μια άσπρη, μακρουλή κοιλιά άστραψε τον ήλιο.
   Το μεσημέρι ο Πατ, τρέμοντας ακόμα, έστρωσε το τραπέζι για τέσσερις. 

[...]

Απόσπασμα από 'Kαρχαρίες (Ιστορία ενός ναυαγίου)' - Γιενς Μπιέρνεμπου 

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

εσύ όπως λέμε μαζί - Άννα Νιαράκη


εσύ όπως λέμε μαζί - Άννα Νιαράκη

Ξέρω τι μας ενώνει.
Οι γραμμές των χεριών σου φτιάχνουν πεντάγραμμα,
να στριμώχνονται νότες οι ανάσες μας...
Και είναι και αυτές οι μικρές ρωγμές στα χείλη σου
που μέσα τους κρύβεται όλο το νόημα της επιθυμίας.
Εκεί, πίσω από το αυτί σου, συγκεντρώνεται όλος ο χώρος
που χρειάζομαι για να υπάρχω.
Αλήθεια, άλλο χώρο δεν θέλω,
μπορώ να ανασαίνω ήσυχη μες στα μαλλιά σου.
Ξέρω τι μας ενώνει.

Όλα αυτά που μας χωρίζουν από τους άλλους.



από τη ποιητικη συλλογή 'Τετράδιο πειραμάτων' - Άννα Νιαράκη

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Τζάνκι - Ουίλιαμ Μπάροουζ

Τζάνκι - Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ

[...]

   Πολλά έχουν ειπωθεί για την αφροδισιακή δράση του χόρτου. Για κάποιον λόγο οι επιστήμονες είναι απρόθυμοι να αποδεχτούν την ύπαρξη αφροδισιακών ουσιών, οπότε και οι περισσότεροι φαρμακολόγοι ισχυρίζονται πως "δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνηγορούν στην επικρατούσα άποψη πως το χόρτο διαθέτει αφροδισιακή δράση". Μπορώ να πω με σιγουριά πως το σεξ υπό την επήρειά του είναι απολαυστικότερο. Αυτή την άποψη μπορεί να την επιβεβαιώσει ο οποιοσδήποτε έχει χρησιμοποιήσει καλής ποιότητας χόρτο.
   Άλλοι λένε πως αν καπνίζεις χόρτο τρελαίνεσαι. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μια μορφή τρέλας η οποία προκαλείται από την υπερβολική χρήση χόρτου. Αυτή η πάθηση διαφέρει ανάλογα με τις συνθήκες. Προφανώς το χόρτο που διακινείται στις ΗΠΑ δεν είναι αρκετά δυνατό ώστε να σε ξετινάξει και η ψύχωση λόγω χρήσης χόρτου σπανίζει στην Αμερική. Ωστόσο στη Μέση Ανατολή θεωρείται συνηθισμένη. Η ψύχωση που προκαλείται από τη χρήση χόρτου μοιάζει κάπως με τρομώδες παραλήρημα και υποχωρεί αμέσως μετά την επήρεια. Η πιθανότητα να τρελαθεί κάποιος που καπνίζει μερικά γάρα τη μέρα είναι ίδια με αυτή που έχει όποιος πίνει μερικά κοκτέιλ πριν το φαγητό.
   Το εξής, όμως, είναι αλήθεια. Όποιος βρίσκεται υπό την επήρεια χόρτου είναι τελείως ακατάλληλος για να οδηγήσει.

[...]

[...]

   "Ορίστε η κόκα", είπε. "Πρόσεχε γιατί βαράει".
   Άδειασα το φακελάκι της μορφίνης στο κουτάλι και πρόσθεσα λίγο νερό. Καμιά σαρανταριά μιλιγκράμ, σκέφτηκα. Καλύτερα σαράντα παρά εκατό. Κράτησα ένα σπίρτο κάτω από το κουτάλι μέχρι να διαλυθεί η μορφίνη. Η κόκα δεν θέλει ζέσταμα. Πρόσθεσα λίγη κοκαΐνη με την άκρη ενός σουγιά και διαλύθηκε ακαριαία, σαν χιόνι πάνω σε νερό. Έσφιξα μια ξεφτισμένη γραβάτα στο μπράτσο μου. Κοντανάσαινα από έξαψη και τα χέρια μου έτρεμαν.
    "Δεν μου τη βαράς εσύ, Άικ;"
   Ο γέρο-Άικ χτύπησε ελαφρά τη φλέβα με το δάχτυλό του κρατώωντας το σταγονόμετρο σταθερά ανάμεσα στον αντίχειρα και τα υπόλοιπα δάχτυλα. Ο Άικ ήταν επιδέξιος. Ούτε που αισθάθηκα τη βελόνα καθώς έμπαινε στη φλέβα. Σκούρο κόκκινο αίμα ξεχύθηκε μέσα στο σταγονόμετρο.
   "Εντάξει", είπε. "Άσ' τη".
   Χαλάρωσα τη γραβάτα και το σταγονόμετρο άδειασε στη φλέβα μου. Η κόκα με χτύπησε στο κεφάλι. Ταυτόχρονα με την ηδονική ζαλάδα και την ανάταση της κοκαΐνης ένιωσα και την επίδραση της μορφίνης καθώς εξαπλωνόταν ανά κύματα χαλάρωσης στο σώμα μου.
   "Εντάξει ήταν;" ρώτησε χαμογεώντας ο Άικ.
   "Αν ο Θεός έφτιαξε τίποτα καλύτερο, το κράτησε για πάρτη του", είπα.
   Ο Άικ καθάριζε τη βελόνα ρίχνοντας μέσα νερό.
   "Εντάξει", πήρε ένα ανόητο ύφος και είπε, "όταν θα μας φωνάξουν εκεί απάνω, εμείς θα 'μαστε ήδη εκεί, έτσι;"

[...]

Απόσπασμα από το 'Τζάνκι' - Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς - Χρόνης Μίσσιος

...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς - Χρόνης Μίσσιος

[...]

   Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά, για την παρέα. Εσύ ήσουνα τυχερός, πέθανες τότε, και μάλιστα από σφαίρα. Εμείς, ασ' τα, σαν κότες μας σεργιανάγανε από κοτέτσι σε κοτέτσι: Κέρκυρα, Γεντί Κουλέ, Αβέρωφ, Αίγινα, Γυάρο, Αλικαρνασσό, Μακρονήσι, Άι Στράτη... Από γεωγραφία γίναμε ατσίδες, άσ' τα, κι από επαναστατική διαπαιδαγώγηση, που λένε, δεν πήγαμε πίσω... Να δείς αγώνες μελετημένους κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, να σου φύγει το καφάσι. Κάτι απεργίες πείνας τρελές, πέντε λεπτά παράταση στο άνοιγμα των κελιών, για να μας παίρνουν το πρωί και όχι αποβραδίς για εκτέλεση, και άλλα. Τους γαμήσαμε τη μάνα, που λένε.... Τι να σου πω, κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, βρίσκαμε το... επαναστατικό μας περιεχόμενο. Κι από χαφιέδες, άλλο πράμα, τι να σου πω. Περίεργοι άνθρωποι, αλήθεια. Εμείς βέβαια τους είχαμε απομονωμένους, τους βρίζαμε, γενικά τους κάναμε τη ζωή δύσκολη, αλλά αυτοί εκεί, μαζί μας, στη φυλακή, στο ξύλο, στην πείνα, στο εκτελεστικό απόσπασμα, τι να σ' τα λέω... Βέβαια, μετά από κάποια ολομέλεια, άλλοι αποκατασταίνονταν και κάποιοι άλλοι γίνονταν χαφιέδες... Βλέπεις, δεν μπορούσαμε να κάνουμε χωρίς αυτούς, μας είχαν γίνει απαραίτητοι. Χεσ' τα τώρα, τι σε ζαλίζω μ' αυτά, ξέρεις, της κοντής ψωλής, τα μαλλιά της φταίνε...

[...]

[...]

    Τον ξαναβρήκα μετά από δέκα δώδεκα χρόνια στο μεταγωγών του Πειραιά. Πηγαίναμε για εξορία στον Άι-Στράτη. Μόλις μπήκαμε μέσα, με γνώρισε. Κροπότκιν! ακούω  -  όλοι σχεδόν οι ποινικοί έτσι με φώναζαν - δεν ξέρω πως έμαθαν για τον Κροπότκιν, κ από κει και πέρα όλους τους πολιτικούς τους φώναζαν "Κροπότκιν". Κατάλαβα αμέσως πώς κάποιο κουτσάβι ήτανε, που να φανταστώ όμως πως θα 'τανε ο Ζάφτης, εκείνος ήταν περίπου στην ηλικία μου, και θεριό. Όπως έμαθα μετά, το 'χε ρίξει στη σκόνη και ήταν σαν ογδόντα χρονώ... Τέλος, μόλις ταχτοποιηθήκαμε, μας βάλανε βέβαια σε χωριστό κελί, ακούω τον Ζάφτη από δίπλα να φωνάζει: Κύριε χωροφύλαξ! Δεν απαντάει κανείς. Κύριε νοματάρχααααα! Τίποτα. Κύριε διοικητάαααα! Τίποτα. Ρε χαμούρεεεες! Τέλος, με τα πολλά, βγαίνει στο μπαλκόνι ένας αξιωματικός και του λέει, τι είναι πάλι, ρε Ζάφτη, τι θέλεις; Θέλω να μ' ανοίξετε να βγω έξω. Δεν είναι ώρα ακόμα, και σκάσε μην κατέβω κάτω και σε κάνω να ξεράσεις αίμα. Τότε του λέει ο Ζάφτης, κατέβα, μωρή χαμούρα, και θα μου κλάσεις τ' αρχίδι το αριστερό, μωρή κουφάλα! Γυρίζει προς το κελί μας και φωνάζει: Κροπότκιν, το 'πιασες; για να της πονέσει της πουτάνας... Ήθελε να μου πει πως η επιλογή του αριστεριού του αρχιδιού σήμαινε και την... ιδεολογική του τοποθέτηση.

[...]

[...]

Πέτρα, αργιλόχωμα, ένας βράχος φορτωμένος οδύνη και ανθρώπινη ταπείνωση, αγριότητα και ντροπή για κείνους που συγκέντρωσαν εδώ όλα τα κοινωνικά κατακάθια για να "αναμορφώσουν" αυτούς που σε δύσκολους καιρούς εκπροσώπησαν την παλικαριά, την αρετή, την τόλμη και την αγάπη αυτού του λαού για τον τόπο του και την ιστορία του. Το μυαλό μου δεν μπορεί για πολύ να κρατηθεί σ' αυτή την άγρια ιστορική μνήμη, είναι προνόμιο αυτού του τόπου, και στα πιό λιτά τοπία του, να αισιοδοξεί αμετάκλητα, να εξανθρωπίζει. Για μένα που πέρασα τόσα χρόνια στα μπουντρούμια των φυλακών, χωρίς φως και αέρα, χωρίς ορίζοντα, αυτός ο τόπος, το φτωχό χώμα, ο βράχος, ο αέρας, η θάλασσα, ο ήλιος, αυτός ο ορίζοντας, μπαίνουν μέσα μου και με κατακτούν. Σε κάθε ίνα του κορμιού μου εναποθέτουν την αισιοδοξία και την εντολή, ό,τι κι αν γίνει, να παραμείνω παιδί αυτού του τόπου και της ιστορίας του, να παραμείνω άνθρωπος.

[...]

Αποσπάσματα από το "...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς" - Χρόνης Μίσσιος

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Ντομάτα με γεύση μπανάνας - Χρόνης Μίσσιος

Ντομάτα με γεύση μπανάνας - Χρόνης Μίσσιος

[...]

   Ο Μπίλη Τζο, πριν αρχίσει την έρευνα σε μια περιοχή, μελετούσε όχι μόνο την ιστορία της, αλλά και τους μύθους και τους θρύλους του τόπου. Ο μύθος, το λοιπόν, όσος σωζόταν φυσικά, έλεγε πως στα κατάφυτα βουνά της Αρκαδίας, στα δροσερά λαγκάδια και στις γάργαρες πηγές τους, ζούσαν οι πανέμορφες γαλάζιες πεταλούδες που τη νύχτα της πανσελήνου μεταμορφώνονταν σε φιλήδονες, λάγνες νεράιδες. Αυτές μπλέχτηκαν στα τρελά δίχτυα του έρωτα και χάρισαν το μυστικό του ίπτασθαι στους ωραίους εφήβους της περιοχής. Οι θεοί τις τιμώρησαν σκληρά γι' αυτή τνμ αυθαίρετη διατάραξη της φυσικής τάξης - τις καταδίκασαν να στερούνται αιωνίως τον έρωτα, να αυτογονιμοποιούνται και να αυτοαναπαράγονται. Τέτοια μοναξιά. Τι να τις κάνεις τις χάρες και την ομορφιά, όταν δεν μπορείς να τα μοιράζεσαι, να τα χαρίζεις. Πως να ερωτευτείς, πως να λατρέψεις τον εαυτό σου; Εσύ και το είδωλό σου στον καθρέφτη. Τέτοια μοναξιά, να 'χεις τόσα να δώσεις, και να μην υπάρχει κανείς να τα πάρει...
   Οι γαλάζιες πεταλούδες μαζεύτηκαν στις μεγάλες σπηλιές και πέθαναν από το κλάμα. Αρνήθηκαν να ζήσουν χωρίς τη συναισθηματική ηδονή του έρωτα.

[...]

Απόσπασμα από το 'Ντομάτα με γεύση μπανάνας- Χρόνης Μίσσιος