Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

33x3x33 - 3 - ε.ε. κάμινγκς

33x3x33 - 3 - ε.ε. κάμινγκς


Ω γλυκιά αυθόρμητη
γη πόσο συχνά
τα
λεκιασμένα
                   δάχτυλα των
λάγνων φιλοσόφων σ' έχουν τσιμπήσει
και
πασπατέψει

,ο άσεμνος αντίχειρας
της επιστήμης έχει κεντρίσει
την
        ομορφιά σου    .πόσο
συχνά σ' έχουν πάρει οι θρησκείες
στα λιπόσαρκα γόνατα τους πάνω
συνθλίβοντάς σε και

γρονθοκοπώντας σε ώστε να μπορέσεις να συλλάβεις
θεούς
          (αλλά
αληθινή

στην ασύγκριτη
κλίνη του θανάτου του
ρυθμικού σου
εραστή

       τους αποκρίθηκες


μόνο με την

                    άνοιξη)


~

You must believe in Spring - Tony Bennett Bill Evans





Πες στη μορφίνη, ακόμα την ψάχνω - Νικόλ Ρούσσου

Πες στη μορφίνη, ακόμα την ψάχνω - Νικόλ Ρούσσου

[...]

   Φτάνουμε στα βράχια, φάτσα κάρτα στο Παλατάκι, διαλέγουμε ένα ζόρικο να μας χωράει και τους δυο, και στρωνόμαστε με τα πόδια να κρέμονται πάνω απ' τη θάλασσα.

   Ο ήλιος είναι χρυσοκόκκινος και βγαίνει από μένα. Έχει μουδιάσει ο λαιμός μου, σαν άμα σου 'ρχεται να κλάψεις, αλλά δεν κλαίω. Το φεγγάρι από πάνω μια έρχεται μια φεύγει, αλλά τελικά το βλέπω όπως είναι στρογγυλό. Όχι μια ηλίθια χαλκομανία κολλημένη σ' έναν ηλίθιο γαλάζιο τοίχο. Έχει σηκώσει κύμα, μπορώ να βλέπω στο βυθό, γουστάρω να μπω μέσα, αλλά ξέρω ότι ειναι το τριπ. Κι ας λένε όλοι οι μαλάκες ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Σκέφτομαι πιο σβέλτα απ' όσο ανασαίνω, δεν προφταίνω, μου ' φυγε η σκέψη, σκατά! Το κύμα με βρέχει. Ο βράχος ζεστός και ζωντανός μ' αγκαλιάζει, αλλά μόνο εγώ το ξέρω, Οι άλλοι μόνο τον πατάνε. Έρχεται ένα πιτσιρίκι και μου χαμογελάει.

- Βράχηκες! Δεν κρυώνεις; ρωτάει.
- Είναι ζεστή η θάλασσα. Και μ' αγαπάει! του χαμογελάω κι εγώ.

   Έχω πάρει να ζαλίζομαι αλλά το νερό με συνεφέρνει. Κοιτάω τον Ασταρώθ. Μαλάκα, τι ωραίος που 'ναι! Κανένας δεν ξέρει πραγματικά πόσο! Τα μάτια του έχουνε γίνει σχεδόν μαύρα μ' ένα πράσινο στεφάνι που στραφταλίζει. Όπως η θάλασσα.

   Είν' ένα τριπ σαν Καντίνσκυ. Η ώρα φεύγει. Δεν ξέρω πως. Ποιος χέστηκε; Ο κόσμος αραιώνει. Γουστάρω. Δεν τους πάω, Παλιοχάβαλοι.

   Ο Ασταρώθ ανασαίνει βαθιά. Ανησυχώ.
   - Πρόσεχε πως αναπνέεις, γιατί άμα ρουφήξεις πολύ, για μας του άλλους τι θα μείνει; του ψιθυρίζω.
   - Κατουριέμαι, απαντάει.

   Νιώθω να τον αγαπάω τόσο, όσο μισώ τους άλλους. Αυτόν και τη Μορφίνη. Φυσάει πάνω μου. Αισθάνομαι τα μαλλιά μου να πετάνε και με πιάνει ο έρωτας για την πάρτη μου. Κάποιος πρέπει να το κάνει κι αυτό. Φτύνω σάλιο και μου γυρνάει στο μάτι. Με παίρνει αποκάτω.

   - Δεν κάνει να φτύνεις κόντρα, λέει ο φίλος μου.
   - Έχω ναυτία. Ναυτία είν' αυτό που σου 'ρχεται να φτύνεις, λέω εγώ.

   Ξαναμένουμε αμίλητοι. Ο ήλιος κόκκινος, αιματί, ίσα που φαίνεται πίσω απ' τα βουνά της Σαλαμίνας. Ακούω το κύμα που λέει τα δικά του. Χαζεύω τους λίγους που 'χουνε μείνει. ακόμα κι όταν εσύ είσαι λιώμα, όλοι οι άλλοι παραμένουν ξενέρωτοι. Απογοητευτικό...

   - Γιατί δεν μου μιλάς; ρωτάει ο έτσι.
   - Χάνουμε τη ζωή μας με το να μιλάμε. Όσο μιλάμε, καταναλώνουμε πολλή ενέργεια και γουστάρουνε, γιατί τους τρέφουμε.
   - Α...
   Περνάει λίγη ώρα ακόμη. Ίσως και πολλή. Δεν ξέρω. Δε με νοιάζει.
   - Μόνος σου τ' ανέβασες το πόδι σου εκεί πάνω; τονέ ρωτάω.
   - Μου λές μια ιστορία με πειρατές;

   Βραδιάζει. Γαμώ τα μπλε. Κι ένα φεγγάρι υγρό, σαν υδράργυρος. Ζαλίζομαι. Τα χέρια μου ιδρώνουν. Μάλλον το φεγγάρι στάζει πάνω μου. Και πάνω στα μαλλιά του Ασταρώθ. Τα βλέπω γεμάτα σταγόνες που λαμπυρίζουν και τα χαϊδεύω. Ύστερα τα τινάζω και γεμίζει ο κόσμος ασημένιες σταγόνες.

   Χάνομαι απέναντι, στη Σαλαμίνα. Τα φώτα μεγαλώνον και μικραίνουν με τους παλμούς μου. Ο Ασταρώθ μ' αγκαλιάζει και καθόμαστε πολλή ώρα έτσι, μέχρι που βλέπω τρία πτώματα στο νερό. Ξέρω, είναι το τριπ, αλλά φρικάρω. Ξέρω ότι σίγουρα υπάρχουν κι άλλα. Ξέρω ότι η θάλασσα μου φανερώνει τα
 μυστικά της.
   - Πάμε;
   - Πάμε.

[...]

Απόσπασμα από το 'Πες στη μορφίνη, ακόμα την ψάχνω' - Νικόλ Ρούσσου

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Η αναπόφευκτη ανθηρότητα σου (επιλογές) – Γιώργος Μπλάνας


Η αναπόφευκτη ανθηρότητα σου (επιλογές) – Γιώργος Μπλάνας

α'

Ο πρώτος σου χειμώνας διάβηκε
σαν ζωγραφιά μπρος στο παράθυρό μου:
με δακρυσμένα μάτια την άνοιξη προσμένω.
Έξω χιονίζει· ένα χιόνι ζεστό σαν μπαμπάκι.
Πίσω απ'τους φράχτες κυνηγιούνται
τ' αγέννητα παιδιά μου
και του φωτός τα διάφανα πουλιά
χτυπούν το τζάμι, σκύβοντας να πιουν τα δάκρυα μου.

ε'

Έσπερνες ολόγλυκες τις νύχτες του καλοκαιριού:
σάλα ολόφωτη επάνω ο ουρανός
κι αρώματα μεθυστικά
όλο το φως της μέρας καμωμένο.
Πού χάθηκε εκείνη η παλιά σου απλοχεριά;
Ποια σκοτεινή ανάγκη σε φέρνει
επαίτη στη δύσκολη θύρα της μνήμης;
Περνούσες πολύχρωμο καράβι
στη γαλάζια απαντοχή μου.
Τώρα ψάβω το σώμα σου: βουβό.
Ψάβω τα χέρια μου: αίμα.

ζ'

Αφέθηκα στα ξύλινα χέρια σου,
ακούγοντας το χρόνο να δουλεύει
με βουλιμία στης νύχτας την καρδιά.
Μικρή παρηγοριά
τα δύσκαρπά σου δάχτυλα κι ακόμη
μικρότερη η απαντοχή των λιγοστών σου φύλλων.
Όμως δεν πέρασε ποτέ απ'το νου μου
πως υα μπορούσα να χαθώ σ' αυτόν τον κόσμο,
πλανούμενος σ'ένα δάσος αυτόχειρων προσδοκιών.
Όμως δε σκέφτηκα ποτέ πως θα μπορούσε
όλη αυτή η επίμονη κατεργασία του χρόνου να κενώσει
πίστεις και βεβαιότητες,
σχήματα, χρώματα κατακτημένα.
Αφέθηκα, δε σκέφτηκα, μ' ακόμη ελπίζω
στην αναπόφευκτη ανθηρότητά σου.

η'

Δεν είναι τόπος η ζωή
γι´ αυτόν που δέχτηκε το αγκάλιασμά σου.
Σ' όποια μέρα πατήσεις βουλιάζει,
σ' όποιαν ώρα σταθείς θα γκρεμίσει,
αφήνοντας μετέωρη εκείνη
την αυτονόητη συμμαχία ενάντια στο χρόνο,
αδειάζοντας το χώρο που είχαν γεμίσει μέσα σου οι άλλοι.
Δεν είναι τόπος η ζωή
γι' αυτόν που μόνος γύρισε από την αγκαλιά σου. 

ι'

Κουράστηκα πολύ να σε κρατήσω
μέσα στα όρια του δικού μου χρόνου·
κι ώρες-ώρες μ' εξόργιζε εκείνη
η παιδική σου επιμονή
να κρύβεσαι πίσω απ' το σχήμα των πραγμάτων
αφήνοντάς με μοναχό
με μιαν απορία φρικτή
για το πάθος μου να κλείσω
όλο το βλέμμα μου σε μιαν εικόνα,
όλη τη σκέψη μου σ' ένα τραγούδι.
Κουράστηκα καλώντας σε
κι όμως ήξερα πως όλοι
κάποτε μεγαλώνουμε - κι εσύ μαζί - 
ξεπερνώντας το σχήμα
του βλέμματός μας, τον ήχο
των τραγουδιών που σαλεύουν - 
ζούδια μηδαμινά - στα τεράστια δάχτυλά μας.
Κι όμως ήξερα πως άλλον
δεν έχεις να σε δει και να σ' ακούσει
απ' το ζούδι που σπαράζει εκλιπαρώντας
την τεράστια παρουσία των χεριών σου. 

ιε'

Δε σου ζητώ παρ' έναν κήπο φτωχικό:
ένα μικρό πυκνόφυτο περιβολάκι·
δυο - τρία δέντρα, μια γωνιά
να 'ρχεσαι τ' απογεύματα:
ο δροσερός καπετάνιος της γης,
καπνίζοντας ανταύγειες μεθυστικές,
και το πολύ-πολύ μια καλύβα λιτή,
μιαν ελάχιστη προσπάθεια του κενού να κλείσει κάτι
απ' τη γοργόφτερη πορεία των ανθρωπίνων.
Εγώ, στην πόρτα της ορθός,
βλέποντας ό,τι λάτρεψα να παίζει
παιχνίδια ριψιοκίνδυνα στο φως το δειλινό,
να σκέπτομαι: δε σου ζητώ
παρ' έναν κήπο φτωχικό, μονάχα αυτό.


Επιλογές από τη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μπλάνα 
'Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου'

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Η βίβλος του ερωτικού λέοντα (απόσπασμα) - Μάικλ ΜακKλουρ

Η βίβλος του ερωτικού λέοντα (απόσπασμα) - Μάικλ ΜακKλουρ


Τα στήθη σου και τα μαλλιά
και οι σάρκινοι βελούδινοι μηροί
είναι πιο ευδιάκριτοι
για τη συνείδηση
που ανακαλύπτω.
Βλέπω όλα τα πράγματα από 
μια άκρη
εντός απαθούς διαλογισμού
κι όμως αυτή η συνείδηση
λιώνει το σύμπαν
σαν υδράργυρο ή νερό
και ρέει προς τα εμπρός και πίσω
εμένα καθιστώντας έρωτα που ορμά
απο Σένα σε μένα - 
και προωθεί Εμένα σ' Εσένα
και γίνεται 
η σάρκα που αναγνωρίζουμε!

Το κρασί είναι εκείνο που γεμίζει
τη νύχτα πέρα
από το πιο μακρινό άγγιγμα
- είναι ζάχαρη γινωμένη
νεφελώδης ωκεανός
πέρα από το σύνορο 
των φωτονίων
που
τα μάτια μας υπνωτίζουν.
Αγγιζόμαστε σ' αυτόν τον τόπο
συμπηγμένοι τόσο σφιχτά με ευδαιμονία
δεν υπάρχει
καν χώρος να αιωρηθεί
εκεί πέρα φως.
Η συνείδηση προσλαμβάνει
αυτό το πάθος 
είναι σάρκα
και ξεχωρίζει τον εαυτό της για να κερδίσει
μια γνώση - έχοντας γνώση
πως αν η σάρκα είναι πάθος
η διάνοια είναι απάτη.
Και υψώνει ψηλά
το εργαλείο σαν όργανο,
όργανο σάρκινο, της φαντασίας.
- Σκοπός του είναι να αγγίξει
τη νύχτα.

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Αποστρατευμένοι - Ντίνος Χριστιανόπουλος

Αποστρατευμένοι - Ντίνος Χριστιανόπουλος

Τώρα δεν έχει πια ΕΣΑ,
φωνές δεκανέων να σου ξηλώνουν τα όνειρα,
κυρίες ταγματαρχών να σφουγγαρίζεις την κουζίνα τους,
και κάθε βράδυ στο θάλαμο διψώντας λίγη θαλπωρή,
καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα.

Τώρα,
δίχως μπερέ και ζωστήρα,
οι λερωμένες αρβύλες δίνουν μια ιδέα λευτεριάς,
ξεκουμπωμένο στήθος θα πει είμαι κύριος,
να και το κορδονάκι που καθάριζα το όπλο μου,
θα το κρατήσω να θυμάμαι τις επιθεωρήσεις.

Θα 'θελα ν' αγοράσω πριν φύγω,
ένα τσιτάκι για την αδερφή μου, κανένα παιχνίδι για τα
   μικρά,
μα η τσέπη μου είναι άδεια σαν την καρδιά μου.
Θα 'θελα να τριγυρίσω και πάλι στους δρόμους,
να δω για τελευταία φορά τη Σαλονίκη,
όμως δεν έχω πόδια πια, δεν έχω μάτια,
δεν έχω όρεξη ούτε να μιλήσω,
ο νους μου κιόλας ταξιδεύει στο χωριό.

Ίπποι 8, άνδρες 40
(αυτό ας είναι το τελευταίο μας στρίμωγμα,
η τελευταία ανταμοιβή απ' την πατρίδα),
όμως ετούτο το τράνταγμα γιατί μου σφίγγει έτσι την
   καρδιά;
Αυτό που πέρασε δεν ήταν τίποτα μπροστά σ' αυτό που
   θα 'ρθει,
αναδουλειά, ξηρασίες, καταστροφή της σοδειάς,
η καθημερινή αγωνία για το καρβέλι,
και τ' αδερφάκια να κλαίνε, κι η σύνταξη του πατέρα μικρή,
κι ο θείος από την Αμερική μονάχα υποσχέσεις.

Δεν έχει τέλος αυτή η θητεία.